Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Σαν σήμερα, 20 Ιανουαρίου 1942

Διάσκεψη του Βάνζεε

Η εξόντωση των Εβραίων της Ε.Σ.Σ.Δ, ύστερα από τη γερμανική εισβολή το καλοκαίρι του 1941, ήταν η αφετηρία για τη λήψη ανάλογης απόφασης για τους Εβραίους της κατεχόμενης Ευρώπης. Αυτή προφανώς είχε ληφθεί  απ’ τον ίδιο τον Χίτλερ και διασώζεται γραπτώς σε ένα έγγραφο προς τον διοικητή του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ, Ράινχαρντ Χάιντριχ, που φέρει την υπογραφή του υπουργού Εσωτερικών Γκέρινγκ. Με αυτό το έγγραφο, του οποίου συντάκτης ήταν ο συνταγματάρχης των SS Άντολφ Άϊχμαν, στις 31 Ιουλίου 1941, ανατίθεται στον Χάιντριχ να «κάνει όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες» για μια «τελική λύση του εβραϊκού ζητήματος» σε όλες τις περιοχές που βρίσκονται υπό γερμανικό έλεγχο.


Το φθινόπωρο αποφασίστηκε η σταδιακή εκτόπιση των Εβραίων γερμανικής καταγωγής, ξεκινώντας από πόλεις όπως το Βερολίνο, η Βιέννη και η Πράγα. Στις αρχές Οκτωβρίου οριστικοποιήθηκαν οι μέθοδοι υλοποίησης της «τελικής λύσης», με μαζικές εκτοπίσεις σε στρατόπεδα εξοπλισμένα για τη «βιομηχανική» εξόντωση. Παρόλο που οι γερμανικές ελπίδες για μια γρήγορη νίκη στον πόλεμο διαψεύστηκαν, η πολιτική τους απέναντι στο εβραϊκό ζήτημα δεν αναθεωρήθηκε. Αντιθέτως, ο κλοιός για τους Εβραίους της Ευρώπης έσφιγγε. Στις 23 Οκτωβρίου απαγορεύθηκε η μετανάστευση τους από τις κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες. Στις 18 Νοεμβρίου, ο υπουργός Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ ενημέρωσε «εμπιστευτικά» τους εκπροσώπους του Τύπου  ότι «το εβραϊκό ζήτημα» θα ρυθμιζόταν με τη «βιολογική εξόντωση όλων των Εβραίων της Ευρώπης».

 
Ένδεκα ημέρες αργότερα, ο Χάιντριχ έστειλε προσκλήσεις για την προγραμματισμένη συνάντηση στις 9 Δεκεμβρίου σε μια έπαυλη στο Βάνζεε, ένα δυτικό προάστιο του Βερολίνου, για να συζητηθεί το θέμα της οργάνωσης και του συντονισμού της μαζικής εξόντωσης των Εβραίων. Όμως η αντεπίθεση των Σοβιετικών στη Μόσχα και η είσοδος των Η.Π.Α στον πόλεμο, ανέβαλλαν τη συνάντηση. Στις αρχές Ιανουαρίου του 1942, οι προσκλήσεις στάλθηκαν εκ νέου και η σύσκεψη έλαβε χώρα το μεσημέρι της 20ης Ιανουαρίου. 


Στη σύσκεψη του Βανζέε, η οποία διοργανώθηκε από τον Χάιντριχ, συμμετείχαν  περίπου δεκαπέντε αξιωματούχοι, ανάμεσα στα οποία και ο Άϊχμαν, που τήρησε τα πρακτικά. Ο Χάιντριχ ξεκίνησε ενημερώνοντας τους παρευρισκόμενους για το ιστορικό των αντισημιτικών δραστηριοτήτων στη Γερμανία από το 1930, τονίζοντας τις τρέχουσες ενέργειες  για την αναγκαστική μετακίνηση των Εβραίων σε γκέτο και σε στρατόπεδα στις υπό κατοχή ανατολικές επαρχίες, όπως για παράδειγμα στην Πολωνία. Επίσης όρισε την ταυτότητα του “Εβραίου”, σύμφωνα με την καταγωγή, τους μικτούς γάμους και τους προγόνους του. Στο τελευταίο μέρος της συνάντησης, τέθηκαν υπό συζήτηση τα τεχνικά ζητήματα της εξόντωσης: απογραφές, εκτοπίσεις, εγκλεισμός σε στρατόπεδα και εκτελέσεις, «εκκενώσεις» σύμφωνα το ναζιστικό κώδικα. Σύμφωνα με τον Άιχμαν, μετά το τέλος της σύσκεψης ο Χάιντριχ του έδωσε οδηγίες για να αποφύγει τη χρήση λέξεων όπως «εξόντωση» στα πρακτικά της.


Το πρωτόκολλο της διάσκεψης φέρει την υπογραφή του Χάιντριχ και αναφέρει: «Η μετανάστευση δίνει στο εξής τη θέση της σε μιαν άλλη δυνατότητα: την εκκένωση των Εβραίων προς Ανατολάς, λύση που υιοθετήθηκε σε συμφωνία με τον φίρερ (…). Η τελική λύση του εβραϊκού ζητήματος θα εφαρμοστεί σε περίπου 11 εκατομμύρια ανθρώπους (…). Στο πλαίσιο της τελικής λύσης του προβλήματος οι Εβραίοι θα μεταφερθούν στην Ανατολή όπου και θα εργαστούν (…). Ένα μεγάλο μέρος θα εκκαθαριστεί φυσικά εξαιτίας της φυσιολογικής ανεπάρκειας (…)». Η κρατική διοίκηση ανέλαβε να διεκπεραιώσει την αποστολή, Τον Ιούνιο του 1942 ο Άϊχμαν ενημέρωσε το υπουργείο Εξωτερικών για το σχέδιο της μαζικής εκτόπισης των Εβραίων της Δυτικής Ευρώπης: της Γαλλίας, της Ολλανδίας και του Βελγίου, και το σχέδιο τέθηκε άμεσα σε εφαρμογή.

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Σαν σήμερα, 14 Ιανουαρίου 1943


Συνδιάσκεψη της Καζαμπλάνκα

Διαλέγοντας την τοποθεσία για να γιορτάσουν (ίσως πρόωρα) την επιτυχία της Επιχείρησης Πυρσός (απόβαση στη Βόρεια Αφρική), ο Ουίνστον Τσόρτσιλ συναντήθηκε με τον Αμερικανό πρόεδρο Ρούζβελτ στην ομώνυμη πόλη του Μαρόκου, για να συζητήσουν σχετικά με την επόμενη φάση του πολέμου.


Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν παρευρέθη στη διάσκεψη, καθώς η μάχη του Στάλινγκραντ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Παρ’ όλα αυτά ασκούσε πιέσεις για το άνοιγμα ενός δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη, που θα ανακούφιζε την πίεση που δέχονταν οι Σοβιετικοί στην Ανατολή. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί η γαλλική διαμάχη ανάμεσα στον στρατηγό Ντε Γκολ και των αρχηγό των στρατευμάτων της Βόρειας Αφρικής, Ανρί Ζιρό, οι οποίοι έριζαν για την θέση του ηγέτη των Ελεύθερων Γάλλων. Παρά την αρχική άρνηση του Ντε Γκολ, η παρουσία του αντιπάλου του στην Καζαμπλάνκα τον έκανε να αλλάξει γνώμη και να παραστεί στη διάσκεψη. Η ένταση μεταξύ των δύο ανδρών κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ήταν εμφανής.


Κάποια απ’ τα θέματα που συζητήθηκαν ήταν η αντιμετώπιση των γερμανικών υποβρυχίων στον Ατλαντικό, η κατανομή στρατιωτικών δυνάμεων και προμηθειών στα διάφορα μέτωπα και ο σχεδιασμός της εισβολής στην Ευρώπη. Οι Βρετανοί ήθελαν να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις στη Μεσόγειο, επιτιθέμενοι στο «μαλακό υπογάστριο» της ηπείρου, την Ιταλία. Ο Ρούζβελτ ήθελε να επιχειρήσει εισβολή μέσω της Μάγχης και να μεταφέρει περισσότερες προμήθειες στον Ειρηνικό, για τις μάχες κατά των Ιαπώνων. Παρ’ όλα αυτά, η ώρα της απόφασης για την εισβολή στη δυτική Ευρώπη δεν είχε έρθει ακόμα. Τελικά επήλθε συμβιβασμός, καθώς ο πρόεδρος των Η.Π.Α συμφώνησε στο σχέδιο απόβασης στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, ενώ ο Τσόρτσιλ στο να επεκτείνει τις επιχειρήσεις των Βρετανών στη Βιρμανία, σε συνεργασία με τις αμερικανικές δυνάμεις.


Επιπλέον, ο πρόεδρος των Η.Π.Α ανακοίνωσε ότι στόχος των Συμμάχων ήταν η άνευ όρων παράδοση του Άξονα. Αυτή η απόφαση θα αποδειχθεί σημαντική αργότερα, προς τα τέλη του πολέμου, όταν θα υπάρξουν σκέψεις για συνθηκολόγηση των Γερμανών στη Δύση, δεδομένης και της στασιμότητας του μετώπου που επήλθε στα τέλη του 1944, με σκοπό την αντιμετώπιση της σοβιετικής προέλασης στα ανατολικά. Η φιλόδοξη αυτή ιδέα βασιζόταν στις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές που υπήρχαν μεταξύ της Ε.Σ.Σ.Δ και των Δυτικών Συμμάχων, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί ρήγμα στην μεταξύ τους (εύθραυστη όπως αποδείχθηκε αργότερα) συμμαχία. Οι ελπίδες αυτές των Ναζί αποδείχθηκαν τελείως ανεδαφικές, καθώς εξέφραζαν τις απόψεις μιας μικρής μειοψηφίας στρατιωτικών και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν, πόσο μάλλον να γίνουν αποδεκτές απ’ τον Χίτλερ. Έτσι, ο διμέτωπος πόλεμος θα συνεχιζόταν, και η άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας θα γινόταν αναπόφευκτη. Η παραπάνω υπόθεση, αν και παρακινδυνευμένη, δεν παύει να είναι ενδιαφέρουσα.


Η διάσκεψη στην Καζαμπλάνκα είχε το κωδικό όνομα «Σύμβολο» (Symbol), κάτι που αποδείχθηκε εκ των υστέρων σημειολογικά εύστοχο, καθώς σήμανε την μετάβαση του τίτλου της παγκόσμιας υπερδύναμης από τη Βρετανία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η διαδικασία είχε ξεκινήσει από την είσοδο των Η.Π.Α στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1943, η έκταση της αμερικανικής δύναμης σε δύο μέτωπα και χιλιάδες χιλιόμετρα εκατέρωθεν των δύο μεγάλων ωκεανών, θα καθιστούσε τις Η.Π.Α κυρίαρχες σε ολόκληρο το συμμαχικό στρατόπεδο. Επίσης, ήταν η τελευταία φορά που ο Βρετανός πρωθυπουργός θα ήταν ικανός να διευθύνει τις κινήσεις της συμμαχίας. Μετά την Καζαμπλάνκα, οι Αμερικανοί θα διαδραμάτιζαν τον κύριο ρόλο μεταξύ των υπολοίπων συμμάχων.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Σαν σήμερα, 25 Δεκεμβρίου 1941


Οι Ιάπωνες καταλαμβάνουν το Χονγκ Κονγκ

Απ’ το 1841 και για τα επόμενα 100 χρόνια, το Χονγκ Κονγκ αποτελούσε σύμβολο της βρετανικής κυριαρχίας στην Άπω Ανατολή. Είχε μεγάλη πολιτική σημασία, λόγω της εγγύτητας με την Κίνα, αλλά οι Βρετανοί στρατιωτικοί ιθύνοντες δεν το θεωρούσαν στρατηγικής σημασίας. Έτσι, η περιοχή φυλασσόταν από λίγες δυνάμεις. Η φρουρά της αποικίας, υπό τη διοίκηση του στρατηγού σερ Κρίστοφερ Μάλτμπι, περιελάμβανε βρετανικά και ινδικά στρατεύματα, εθελοντές γηγενείς του Χονγκ Κονγκ, καθώς και δύο καναδικά τάγματα πεζικού, που είχαν φτάσει στις 16 Νοεμβρίου 1941 για να ενισχύσουν την άμυνα της περιοχής. Συνολικά οι αμυνόμενοι ήταν περίπου 14.000 άντρες, μοιρασμένοι σε δυνάμεις πεζικού, πυροβολικού και βοηθητικές μονάδες. Διέθεταν μόνο 3 βομβαρδιστικά τορπιλοπλάνα Vickers Vildebeest και 2 αμφίβια υδροπλάνα Walrus.


Η ιαπωνική δύναμη που είχε επιφορτιστεί με την κατάληψη της βρετανικής αποικίας αποτελούνταν από 52.000 άντρες καλά εξοπλισμένους και εκπαιδευμένους, με πολεμική εμπειρία που είχαν αποκτήσει στην Κίνα, υπό τις διαταγές του διοικητή της 38ης μεραρχίας, αντιστράτηγο Σακάι Τακάσι. Στις αρχές του πολέμου στον Ειρηνικό, συγκεντρώθηκαν  στα βόρεια σύνορα του Χονγκ Κονγκ. Η βρετανική αντικατασκοπεία έδινε αναφορές για την παρουσία 20.000 αντρών, κι έτσι η συμμαχική φρουρά είχε ένα ψευδές αίσθημα ασφάλειας.

Η ιαπωνική επίθεση ξεκίνησε μόλις 8 ώρες μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ (αν και καθώς το Χονγκ Κονγκ βρίσκεται δυτικά από τη Γραμμή Αλλαγής Ημερομηνίας, ήταν λίγο μετά τις 8 το πρωί, τοπική ώρα, της 8ης Δεκεμβρίου 1941). Τα ιαπωνικά στρατεύματα παραβίασαν τα σύνορα και εισέβαλαν στο Χονγκ Κονγκ, αντιμετωπίζοντας την συμμαχική αμυντική γραμμή Gin Drinker. Την πρώτη ημέρα καταστράφηκαν τέσσερα από τα πέντε αεροπλάνα που διέθετε η αποικία μετά από επίθεση των ιαπωνικών βομβαρδιστικών στο αεροδρόμιο του Κάι Τακ, γι’ αυτό και οι λιγοστοί άντρες της RAF ενσωματώθηκαν στις δυνάμεις πεζικού.



Σε όλα τα συμμαχικά πολεμικά πλοία δόθηκε διαταγή να εγκαταλείψουν το λιμάνι και να πλεύσουν προς τη Σιγκαπούρη. Παρέμειναν μόνο 3 παλαιά βρετανικά αντιτορπιλικά, τα Scout, Thanet και Thracian, 4 κανονιοφόροι, 8 τορπιλάκατοι, 1 ναρκοθετικό και αρκετά βοηθητικά πλοία. Στις 21:00 της 8ης Δεκεμβρίου τα αντιτορπιλικά Scout και Thanet απέπλευσαν με προορισμό τη Μανίλα, για να ανεφοδιαστούν με καύσιμα, και εν συνεχεία για τη Σιγκαπούρη. Τα υπόλοιπα πλοία, που παρέμεναν στο νησί, καταστράφηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν, όπως το Thracian, το οποίο αφού οι Βρετανοί το προσάραξαν ώστε να το αχρηστεύσουν, επισκευάστηκε από τους Ιάπωνες και χρησιμοποιήθηκε ως περιπολικό (μετά τον πόλεμο ανακτήθηκε από το Royal Navy και διαλύθηκε).


Στις 9 Δεκεμβρίου, οι Ιάπωνες εξαπέλυσαν μαζική επίθεση στα δυτικό τμήμα της και η γραμμή άμυνας κατέρρευσε την επόμενη μέρα. Εξαιτίας του αριθμητικού μειονεκτήματος των αμυνομένων, σε άντρες και εξοπλισμό, όλες οι απόπειρες αναχαίτισης της ιαπωνικής επίθεσης στην ενδοχώρα απέτυχαν. Στις 11 Δεκεμβρίου, καθώς η ιαπωνική προέλαση συνεχιζόταν προς τα νότια, ο Βρετανός στρατηγός Κρίστοφερ Μάλτμπι διέταξε την εκκένωση του Χονγκ Κονγκ από όλα τα συμμαχικά στρατεύματα. Αφού κατεδάφισαν όσες εγκαταστάσεις μπόρεσαν, τα τελευταία συμμαχικά στρατεύματα, ινδικά τμήματα του στρατού της Κοινοπολιτείας, εκκένωσαν το λιμάνι στις 13 Δεκεμβρίου. Από εκείνη τη στιγμή οι Ιάπωνες άρχισαν να βομβαρδίζουν το νησί.


Έπειτα από τις αποτυχημένες κλήσεις των Ιαπώνων για παράδοση στις 13 και 15 Δεκεμβρίου, το πυροβολικό και η αεροπορία τους άρχισε σφοδρό βομβαρδισμό κατά του νησιού. Στις 17 του μήνα το παραπάνω σκηνικό επαναλήφθηκε, με αποτέλεσμα μία ακόμη άρνηση των Βρετανών να παραδοθούν. Τη νύχτα της 18ης Δεκεμβρίου αποβιβάστηκαν τα πρώτα ιαπωνικά στρατεύματα στη βόρεια ακτή του νησιού, φτιάχνοντας ένα ισχυρό προγεφύρωμα. Άρχισαν να καταλαμβάνουν το νησί με αργούς ρυθμούς, αντιμετωπίζοντας σθεναρή, αν και απεγνωσμένη αντίσταση. Μία μέρα αργότερα, οι Ιάπωνες κατέλαβαν σημαντικές θέσεις στο κέντρο του νησιού, διασπώντας την βρετανική άμυνα σε δύο κομμάτια. Μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου, κατείχαν το δυτικό τμήμα του νησιού. Τις επόμενες μέρες, η προέλαση τους συνοδεύτηκε από φρικαλεότητες εις βάρος αμάχων αλλά και στρατιωτών.
 
Τελικά, το απόγευμα της 25ης Δεκεμβρίου, τα «Μαύρα Χριστούγεννα» όπως ονομάστηκαν αργότερα, ο Διοικητής του Χονγκ Κονγκ, Στρατηγός Σερ Μαρκ Άτσισον Γιάνγκ, υπέγραψε την παράδοση. Μετά από 18 μέρες μάχης, οι Ιάπωνες είχαν 2,754 απώλειες, ενώ οι Βρετανοί 11,848. Διοικητής της νέας ιαπωνικής κτήσης ορίστηκε ο Ισογκάι Ρενσούκε. Παρ’ όλο που οι εχθροπραξίες είχαν σταματήσει, οι βιαιότητες από πλευράς Ιαπώνων συνεχίστηκαν.


 Αντιστεκόμενοι στην κατοχή, οι ντόπιοι Κινέζοι επιδόθηκαν σε ανταρτοπόλεμο κατά των ιαπωνικών στρατευμάτων, μέχρι την επανασύσταση της βρετανικής κυριαρχίας στο Χονγκ Κονγκ, στις 15 Αυγούστου 1945.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Σαν σήμερα, 7 Δεκεμβρίου 1941


Επίθεση στο Περλ Χάρμπορ

 Τον Ιούνιο του 1940 ο αμερικανικός στόλος του Ειρηνικού μεταφέρθηκε απ’ το Σαν Ντιέγκο στο Περλ Χάρμπορ, ως απάντηση στην επιθετικότητα της Ιαπωνίας ενάντια στην Κίνα. Το γεγονός αυτό, αντί να αποθαρρύνει τους Ιάπωνες, τους έκανε να εποφθαλμιούν το Νότιο Ειρηνικό με μεγαλύτερο ζήλο. Παράλληλα, η κυβέρνηση του Τόκιο αποφάσισε να συσφίξει τις σχέσεις με τον γερμανο-ιταλικό άξονα και να συνεχίσει τις διπλωματικές επαφές με την Ουάσινγκτον, έτσι ώστε να αποσπαστεί η προσοχή των Αμερικανών και να πετύχουν τον τέλειο αιφνιδιασμό.



Ανατέθηκε στο ναύαρχο Γιαμαμότο, διοικητή του ιαπωνικού στόλου, η κατασκευή ενός σχεδίου που θα αιφνιδιάσει τους Αμερικανούς, μια επίθεση που θα καταστρέψει μονομιάς το στόλο τους, έτσι ώστε να αποκτήσουν οι Ιάπωνες τον έλεγχο του Ειρηνικού. Παρόλο που ο Γιαμαμότο πίστευε ότι το σχέδιο θα μπορούσε να πετύχει, δεν ήταν υπέρ της ιδέας του πολέμου με τις Η.Π.Α, καθώς πίστευε ότι η χώρα του δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει σ’ έναν μακροχρόνιο πόλεμο. Ωστόσο, εκτέλεσε τις εντολές που του δόθηκαν και παρουσίασε το σχέδιο του, με τη βοήθεια του πλωτάρχη Γκέντα. Το σχέδιο αυτό εγκρίθηκε στις 5 Νοεμβρίου και περιέγραφε την μεγαλύτερη αεροπορική επιδρομή που υπήρξε ποτέ. Οι ιαπωνικές δυνάμεις αποτελούνταν από 6 αεροπλανοφόρα, τα οποία μετέφεραν περίπου 400 αεροσκάφη, μαζί με τη συνοδεία τους (2 θωρηκτά, 2 βαριά καταδρομικά, 1 ελαφρύ καταδρομικό, 9 αντιτορπιλικά, 28 υποβρύχια και 8 πλοία ανεφοδιασμού), από τα οποία θα εξαπολύονταν δύο διαδοχικά κύματα βομβαρδιστικών και τορπιλοπλάνων, με τη συνοδεία καταδιωκτικών. Στις 25 Νοεμβρίου ο στόλος του αντιναύαρχου Ναγκούμο απέπλευσε απ’ τις Κουρίλες Νήσους με προορισμό τη Χαβάη.


 
Το Περλ Χάρμπορ, στο νησί Οάχου της Χαβάης, χρησιμοποιούνταν από το αμερικανικό ναυτικό από τις αρχές του 20ου αιώνα. Ήταν απ’ τις μεγαλύτερες στρατιωτικές βάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και εθεωρείτο ισχυρότατο φρούριο.


 
Τον Οκτώβριο, η αμερικανική κατασκοπεία κατόρθωσε να αποκτήσει τα «κλειδιά» με τα οποία οι Ιάπωνες κρυπτογραφούσαν τα μηνύματα τους. Παρ’ όλα αυτά, δεν αξιολογήθηκε σωστά η σοβαρότητα των υποκλοπών και έτσι δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στα μηνύματα που υποδήλωναν την πρόθεση των Ιαπώνων για επίθεση. Οι πληροφορίες που έφτασαν ακόμα και απ’ την ΕΣΣΔ δεν θεωρήθηκαν αξιόπιστες και αγνοήθηκαν απ’ την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία των Αμερικανών, με αποτέλεσμα ο επικεφαλής του στόλου του Ειρηνικού και ο στρατιωτικός διοικητής της Χαβάης να μη γνωρίζουν τίποτα για την επιχείρηση.


 
Η ιαπωνική δύναμη επίθεσης εγκαταστάθηκε 230 ναυτικά μίλια βόρεια από το νησί Οάχου και προετοιμάστηκε για την επίθεση. Η αεροπορική επιχείρηση βασιζόταν σε δύο διαδοχικά κύματα, αποτελούμενα από αεροπλάνα οριζόντιου βομβαρδισμού, κάθετης εφόρμησης και τορπιλισμού, με τη συνοδεία καταδιωκτικών. Η απονήωση ξεκίνησε λίγα λεπτά μετά τις 6 το πρωί της 7ης Δεκεμβρίου. Μετά από περίπου δύο ώρες, τα ιαπωνικά αεροσκάφη έφτασαν πάνω απ’ τη Χαβάη. Όταν εμφανίστηκαν στα ραντάρ, θεωρήθηκε ότι ήταν αμερικανικά βομβαρδιστικά ερχόμενα απ’ την ενδοχώρα. Οι πρώτοι τους στόχοι ήταν τα αεροδρόμια. Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος και τα περισσότερα αεροσκάφη των Αμερικανών καταστράφηκαν στο έδαφος. Σχεδόν ταυτόχρονα εξαπολύθηκε επίθεση στα αγκυροβολημένα στη νότια πλευρά του Ford Island. Τα καταδρομικά Raleigh, Utah και Helena χτυπήθηκαν απ’ τις ιαπωνικές τορπίλες, όπως και το ναρκοθετικό Oglala. Οι ιαπωνικοί σχηματισμοί τορπίλισαν επίσης τα θωρηκτά Oklahoma, West Virginia, Nevada και California.


 

Ύστερα από μερικά λεπτά απόλυτης σύγχυσης και πανικού, τα πληρώματα των αμερικανικών πλοίων κατάφεραν να ενεργοποιήσουν την αντιαεροπορική άμυνα, καταρρίπτοντας μερικά αεροσκάφη.



 
Στο νησί Οάχου, οι βόμβες των Ιαπώνων ρίχτηκαν με ακρίβεια στα αγκυροβολημένα θωρηκτά Nevada, Tennessee και West Virginia, τα οποία, αγκυροβολημένα το ένα δίπλα στο άλλο αποτελούσαν ιδανικό στόχο. Τέσσερις βόμβες χτύπησαν το Arizona και οι τεράστιες εκρήξεις στα πυρομαχικά του θωρηκτού προκάλεσαν το θάνατο περίπου 1.700 ανδρών. Το πλοίο αναποδογύρισε και τελικά βυθίστηκε. Στο ιαπωνικό επιτελείο που βρισκόταν στο αεροπλανοφόρο Akagi, επικρατούσε άκρατος ενθουσιασμός για τα νέα που έφταναν από το Περλ Χάρμπορ. Ο λεπτομερής σχεδιασμός του Γιαμαμότο και των συνεργατών του και η ακριβής εκτέλεση του, είχαν αποδόσει στο μέγιστο.


 
Μέχρι τις 10.00, οι επιθέσεις είχαν σταματήσει και οι ουρανοί πάνω απ’ το Περλ Χάρμπορ ήταν καθαροί από ιαπωνικά αεροσκάφη. Συνολικά 21 αμερικανικά πλοία βυθίστηκαν ή υπέστησαν πολύ σοβαρές ζημιές, 190 αεροσκάφη καταστράφηκαν και σχεδόν 2.500 Αμερικανοί έχασαν τη ζωή τους. Απ’ την άλλη μεριά οι απώλειες των Ιαπώνων ήταν ελάχιστες. 29 αεροσκάφη καταρρίφθηκαν και 6 υποβρύχια βυθίστηκαν. Για καλή τύχη των Η.Π.Α, τα αεροπλανοφόρα ( Enterprise, Lexington, Saratoga ) έλειπαν απ’ το σημείο της επίθεσης.


 
Μετά απ’ αυτή την επίθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες κήρυξαν τον πόλεμο στον Άξονα. Ο πρόεδρος Ρούζβελτ εκφωνεί έναν απ’ τους πλέον διάσημους λόγους του, όπου αποκαλεί την 7η Δεκεμβρίου «μέρα που θα καταγραφεί ως ημέρα ντροπής στην Ιστορία». Στο διπλωματικό πεδίο, υπάρχουν ενδείξεις ότι η Ιαπωνία ήθελε να κηρύξει τον πόλεμο λίγη ώρα πριν την επίθεση, αλλά λόγω προβλημάτων στις επικοινωνίες, αυτό δεν έγινε εφικτό. Όπως και να ‘χει, η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ αποτελεί τομή στην ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η είσοδος των Η.Π.Α στις εχθροπραξίες μακροπρόθεσμα θα γείρει την πλάστιγγα υπέρ των Συμμάχων.