Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Σαν σήμερα, 6 Ιουνίου 1944

D-Day: Η μεγαλύτερη μέρα του πολέμου

Τρίτη, 6 Ιουνίου 1944, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Το BBC διακόπτει το πρόγραμμά του και μεταδίδει τους στίχους από ένα ποίημα του Βερλέν: «Οι βαθιοί αναστεναγμοί των βιολιών του φθινοπώρου λαβώνουν την καρδιά μου με μια μονότονη μελαγχολία». Την ίδια ώρα Βρετανοί και Αμερικανοί αλεξιπτωτιστές προσγειώνονται ανάμεσα στους ποταμούς Ορν και Ντιβ και στη χερσόνησο Καταντέν της Γαλλίας. Αεροπλάνα της RAF βομβαρδίζουν τις συστοιχίες πυροβολικού που βρίσκονται πλησίον των ακτών. Λίγες ώρες περνάνε και οι γερμανοί στρατιώτες δύσπιστα αντικρίζουν μια αρμάδα από συμμαχικά πλοία να ξεπροβάλλει μέσα από την πρωινή πάχνη. Στις 6.30 το πρωί κύματα από συμμαχικούς στρατιώτες αρχίζουν να καταφθάνουν στις ακτές της Νορμανδίας. H «μεγαλύτερη ημέρα του πολέμου» έχει αρχίσει.
Την εποχή που έγινε η Απόβαση της Νορμανδίας οι Σύμμαχοι είχαν ήδη σημειώσει αρκετές σημαντικές νίκες. Μια επέμβαση όμως «στην καρδιά της Γερμανίας», σύμφωνα με τον αμερικανό πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ, κρινόταν αναγκαία. Έτσι αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί απόβαση στη Δυτική Ευρώπη την 1η Μαΐου του 1944, με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Επικυρίαρχος».
Το πιο σημαντικό μέλημα ήταν η επιλογή της τοποθεσίας της απόβασης. Ως καλύτερος στόχος φαινόταν το Καλέ, λόγω της μικρής του απόστασης από τις βρετανικές ακτές. Και οι Γερμανοί όμως είχαν την ίδια γνώμη, οπότε τα επίλεκτα στρατεύματα της 15ης Στρατιάς φύλαγαν την περιοχή. Το Καλέ απορρίφθηκε, ακριβώς επειδή ήταν πασιφανώς η καλύτερη επιλογή. Ύστερα από πρόταση του υποστράτηγου Φρεδερίκου Μόργκαν επελέγη η Νορμανδία ως τοποθεσία της απόβασης, επιλογή η οποία ήταν όχι μόνο «Άκρως Απόρρητη», αλλά δημιουργήθηκε επί τούτου ανώτερη διαβάθμιση, επονομαζόμενη BIGOT.

H παραπλάνηση των Γερμανών

Παράλληλα ξεκίνησε μια γιγαντιαία προσπάθεια παραπληροφόρησης των Γερμανών, η «Επιχείρηση Αντοχή», με σκοπό να πεισθούν οι Γερμανοί ότι η απόβαση θα γινόταν στο Καλέ. Για τον σκοπό αυτόν οι Σύμμαχοι επιστράτευσαν όλη την πανουργία τους: Εχτισαν πλασματικές βάσεις στο Κεντ της Αγγλίας με άρματα μάχης, οχήματα και συστοιχίες πυροβολικού φτιαγμένα από κόντρα πλακέ, ελαστικά και πεπιεσμένο χαρτί, όπου υπήρχε συνεχής κίνηση από φορτηγά (πηγαινοέρχονταν πάντα τα ίδια)! Τα γερμανικά κατασκοπευτικά αεροπλάνα «δυστυχώς» κατάφερναν να αποφεύγουν τα αντιαεροπορικά πυρά και ανέφεραν τις «προετοιμασίες» που έβλεπαν, η δε βρετανική αντικατασκοπία εξολόθρευσε ή πήρε με το μέρος της σχεδόν όλους τους γερμανούς κατασκόπους στο βρετανικό έδαφος, οι οποίοι ψευδώς πληροφορούσαν ότι η απόβαση θα γινόταν στο Καλέ!
H «Επιχείρηση Αντοχή» στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Οι γερμανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών και όλοι οι ανώτατοι αξιωματικοί των ναζιστών, με εξαίρεση τον στρατάρχη Έρβιν Ρόμελ, πείστηκαν ότι η απόβαση θα γινόταν στο Καλέ. Εικάζεται πως ο Αδόλφος Χίτλερ είχε υποπτευθεί ότι η απόβαση θα γινόταν κοντά στην Καέν, στη Νορμανδία, αλλά δεν κυνήγησε με αρκετό σθένος αυτή του την προαίσθηση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι 19 επίλεκτες μεραρχίες παρέμειναν στο Καλέ ως το τέλος Ιουλίου, ατενίζοντας την κενή θάλασσα, ενώ η έκβαση του πολέμου κρινόταν στη Νορμανδία.

Οι προετοιμασίες για την Απόβαση

Εν τω μεταξύ οι προετοιμασίες για την Απόβαση συνεχίζονταν με πυρετώδεις ρυθμούς. Στις αρχές του 1944 οι νότιες ακτές της Βρετανίας ήταν κυριολεκτικά ένα τεράστιο στρατόπεδο, με 3,5 εκατομμύρια στρατιώτες να προετοιμάζουν τη μεγαλύτερη αμφίβια επιχείρηση της Ιστορίας. Βομβαρδιστικά αεροσκάφη και η γαλλική Αντίσταση κατέστρεφαν τα γερμανικά ραντάρ, ώστε να μην μπορούν να καταγράφουν τις κινήσεις πλοίων και αεροπλάνων στο Στενό της Μάγχης, καθώς και κομβικά σημεία του οδικού δικτύου, για να εμποδίσουν τη μεταφορά ενισχύσεων στα μέτωπα. Αυτές οι επιθέσεις εξελίσσονταν σε όλο το μήκος των γαλλικών ακτών, για να μην προδοθεί το ακριβές σημείο της Απόβασης.
Και οι Γερμανοί όμως προετοιμάζονταν. Ήδη από τις αρχές του 1942 είχαν αναθέσει στον Οργανισμό Τοντ την ανέγερση του Ατλαντικού Τείχους, ενός συστήματος οχυρώσεων από τη Νορβηγία ως την Ισπανία, έργο που όμως έμεινε ανολοκλήρωτο. Ενδεικτικά το 68% είχε κατασκευαστεί στο Καλέ, ενώ μόλις το 18% είχε ολοκληρωθεί στη Νορμανδία.

Εν τω μεταξύ οι στρατηγοί Ντουάιτ Αϊζενχάουερ και Μπέρναρντ Μοντγκόμερι εκπονούσαν το σχέδιο μάχης. Αποφάσισαν να προσθέσουν δύο ακόμη ακτές στα σχέδια της απόβασης και έτσι η απόβαση αναβλήθηκε για τον Ιούνιο του 1944.
Ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης ημέρας επίθεσης έγινε λαμβάνοντας υπόψη τους καιρικούς παράγοντες. H επιχείρηση των αλεξιπτωτιστών μπορούσε να γίνει μόνο όταν το φεγγάρι ήταν γεμάτο. Ακόμη η επίθεση θα έπρεπε να λάβει χώρα όταν η παλίρροια θα ήταν στη μέση της, λόγω των παγίδων που είχαν στήσει οι Γερμανοί. Αυτός ο συνδυασμός των καιρικών συνθηκών συνέπιπτε την 5η Ιουνίου, που ορίστηκε ως «D-Day», δηλαδή ημέρα έναρξης των επιχειρήσεων.
Την 1η Ιουνίου το BBC μετέδωσε το πρώτο μισό από τον στίχο του Βερλέν, ως μήνυμα προς τη γαλλική Αντίσταση ότι η Απόβαση θα ξεκινούσε σε λίγες ημέρες. Αυτό όμως το είχαν πληροφορηθεί και οι Γερμανοί. Και ενώ ο μισός στίχος επαναλαμβανόταν κάθε ημέρα, ο καιρός γινόταν ολοένα χειρότερος. Στις 5 Ιουνίου η θάλασσα λυσσομανούσε, οπότε κάθε ιδέα για απόβαση φαινόταν εξωπραγματική. Πράγματι, η απόβαση αναβλήθηκε για την επόμενη ημέρα. Ο καιρός όμως καλυτέρεψε ελάχιστα και οι Γερμανοί αξιωματικοί εφησύχασαν· δεν ήταν δυνατό να γίνει απόβαση με κακοκαιρία. Αρκετοί έφυγαν για τη Βρετάνη, όπου εκτυλισσόταν - τι ειρωνεία! - άσκηση εξομοίωσης συμμαχικής απόβασης, ενώ ο Ρόμελ βρισκόταν στη Γερμανία, όπου γιόρταζε τα γενέθλια της γυναίκας του. Ο Αδόλφος Χίτλερ κοιμόταν στο στρατηγείο του στο Μπέρχτεσγκαντεν. Εκείνη την ώρα της νύχτας ο Αϊζενχάουερ έδινε διστακτικά το σήμα για να ξεκινήσει η Απόβαση. Το BBC μετέδωσε ολόκληρο τον στίχο του Βερλέν. Από εκείνη τη στιγμή η 6η Ιουνίου 1944 θα περνούσε στην Ιστορία.

D-Day

Με την έναρξη της επιχείρησης 23.400 αλεξιπτωτιστές έπεσαν πίσω από τις εχθρικές γραμμές, ενώ βομβαρδιστικά της RAF έριξαν 5.300 τόνους βόμβες στις γερμανικές συστοιχίες πυροβολικού. Στις 6.30 π.μ. το 5ο και το 7ο αμερικανικό σώμα κατευθύνθηκαν προς τις ακτές με τις κωδικές ονομασίες Ομαχα και Γιούτα, ενώ στις 7.30 π.μ. - λόγω διαφορών στην ώρα της παλίρροιας - η 3η καναδική μεραρχία αποβιβάστηκε στην ακτή Τζούνο και η 3η και η 50ή βρετανική μεραρχία στη Σορντ και στην Γκολντ.
Συνολικά 156.000 στρατιώτες και 20.000 οχήματα αποβιβάστηκαν στη Νορμανδία την πρώτη ημέρα της επιχείρησης, συνεπικουρία 4.300 πλοίων - υπό τον Βρετανό ναύαρχο Μπέρτραμ Ράμσεϊ - και 11.000 αεροπλάνων - υπό τον Βρετανό πτέραρχο Τράφορντ Λέι-Μάλορι. Κύριος στόχος τους ήταν η δημιουργία και η σταθεροποίηση ενός προγεφυρώματος, ώστε να αποβιβαστούν και άλλες συμμαχικές δυνάμεις τις επόμενες ημέρες.

Αν και οι Σύμμαχοι είχαν υπεροχή σε αέρα και θάλασσα, οι δυσκολίες ήταν μεγάλες. Τα αεροπλάνα που μετέφεραν τους αλεξιπτωτιστές πέταγαν πολύ ψηλά και πολύ γρήγορα για να αποφύγουν τα αντιαεροπορικά πυρά και πολλοί έπεσαν ως και 30 χιλιόμετρα μακριά από τα καθορισμένα σημεία πτώσης, ακόμη και εν τω μέσω γερμανικών στρατευμάτων.
H κακοκαιρία που πρόσφερε στους Συμμάχους τον αρχικό αιφνιδιασμό δυσχέρανε σημαντικά την έκβαση της Απόβασης. Ειδικά στην Όμαχα, τα μισά από τα αμφίβια άρματα μάχης βυθίστηκαν. Πολλά αποβατικά πλοία αναποδογυρίστηκαν από τα πελώρια κύματα. Οι στρατιώτες που τελικά αποβιβάστηκαν ζαλισμένοι στην Όμαχα αντιμετώπισαν, εν αγνοία των διοικητών τους, την επίλεκτη 352η μεραρχία πεζικού και υπέστησαν σοβαρότατες απώλειες.
Στην ακτή Σορντ οι Βρετανοί αντιμετώπισαν ακόμη ένα πρόβλημα. Γερμανικά άρματα μάχης εμπόδισαν την προέλασή τους με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί έντονος συνωστισμός στην ακτή. Πέρα από τις όποιες δυσκολίες, η Απόβαση στέφθηκε με επιτυχία κυρίως λόγω της ανδρείας των στρατιωτών που έχυσαν το αίμα τους στις ακτές της Νορμανδίας. Με απώλειες που έφθασαν τις 10.000, οι Σύμμαχοι είχαν πια διεισδύσει στο «Οχυρό Ευρώπη». Δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για τις γερμανικές απώλειες, αλλά εκτιμώνται από 4.000 ως 9.000.
Αμέσως ξεκίνησε ένας «αγώνας υπεροπλίας» στην περιοχή. Στις 18 Ιουνίου είχαν αποβιβαστεί 600.000 στρατιώτες και 100.000 φορτηγά, χάρη στους δύο τεχνητούς λιμένες, τους λεγόμενους «Μάλμπερι», τους οποίους οι Σύμμαχοι κατασκεύασαν και ρυμούλκησαν από τη Βρετανία ως τις ακτές Όμαχα και Γκολντ! Παράλληλα είχαν δημιουργήσει πενήντα πρόχειρους αεροδιαδρόμους. Τώρα πια ήταν αδύνατο για τους Γερμανούς να πετάξουν τους Συμμάχους πίσω στη θάλασσα...

H Μάχη της Νορμανδίας

Μετά την επιτυχία της Απόβασης ξεκίνησε ένα άλλο, δυσκολότερο κεφάλαιο για τους Συμμάχους: η Μάχη της Νορμανδίας, η οποία υπολογιζόταν να διαρκέσει τρεις εβδομάδες αλλά τελικά κράτησε σχεδόν τρεις μήνες, κυρίως επειδή οι Γερμανοί δεν υποχώρησαν, όπως υπολόγιζαν οι Σύμμαχοι, αλλά πολέμησαν - με διαταγή του Χίτλερ - μέχρι τελευταίας πνοής, μετρώντας πάνω από 400.000 νεκρούς και τραυματίες. Και οι συμμαχικές δυνάμεις όμως είχαν πάνω από 200.000 απώλειες, εκ των οποίων 37.000 νεκροί. Μόλις στις 9 Ιουλίου οι Σύμμαχοι κατάφεραν να κατακτήσουν την Καέν, την οποία έπρεπε - σύμφωνα με το σχέδιο - να κατακτήσουν την πρώτη ημέρα της Απόβασης! Στις επόμενες τρεις βδομάδες το μέτωπο μετακινήθηκε μόλις τρία χιλιόμετρα νότια.
Στις 7 Αυγούστου οι Γερμανοί έκαναν μια τελευταία αιφνιδιαστική - αλλά αποτυχημένη - επίθεση στο Αβράνς και στις 16 Αυγούστου ο Χίτλερ διέταξε γενική υποχώρηση. Στις 20 Αυγούστου ένα από τα «μεγαλύτερα αιματοκυλίσματα του πολέμου», σύμφωνα με τον Αϊζενχάουερ, εξελίχθηκε στο Φαλέζ Ποκέ, όταν 150.000 γερμανοί στρατιώτες περικυκλώθηκαν από συμμαχικά στρατεύματα. 50.000 σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι. H Μάχη της Νορμανδίας είχε τελειώσει.


Τα αποτελέσματα της Απόβασης

Στις 15 Αυγούστου 1944 συμμαχικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν με ευκολία στη Νότια Γαλλία και στις 25 Αυγούστου το Παρίσι απελευθερώθηκε. Ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ εισήλθε στην πρωτεύουσα της αληθινά πια ελεύθερης Γαλλίας. Μιας Γαλλίας που πλήρωσε όμως ακριβά το τίμημα της ελευθερίας. Σχεδόν 20.000 κάτοικοι της Νορμανδίας βρήκαν τραγικό θάνατο κατά την περίοδο της Απόβασης και της Μάχης, κυρίως από συμμαχικούς βομβαρδισμούς... Ολόκληρες πόλεις και χωριά μετατράπηκαν κυριολεκτικά σε στάχτη και συντρίμμια.
H Απόβαση στη Νορμανδία όμως ήταν αναγκαία και καθοριστική για την εξέλιξη του πολέμου. Με την προέλαση των Αμερικανών και των Βρετανών από τη Δύση και των Σοβιετικών από την Ανατολή σήμανε η έναρξη του τελευταίου κεφαλαίου του πολέμου. Το Βερολίνο ήταν το μέρος όπου αυτό το κεφάλαιο θα έκλεινε οριστικά και όπου θα γεννιόταν μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα, αυτή του Ψυχρού Πολέμου.


Αναδημοσίευση από το Βήμα

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Σαν σήμερα, 1 Ιουνίου 1941

Το τέλος της μάχης της Κρήτης

Του Δημήτρη Λυβάνιου*

Το πρωί της 20ής Μαΐου 1941, ένας νεαρός Βρετανός αξιωματικός απολάμβανε ένα αξιοπρεπές πρωινό στα Χανιά, προσκεκλημένος ενός Νεοζηλανδού στρατηγού. Καθώς ανασήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό, παρατήρησε πλήθος αεροπλάνων και αλεξιπτωτιστών. Οταν ο Κ. M. Γούντχαουζ υπέδειξε στον Μπέρναρντ Φρέιμπεργκ, διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων της Κρήτης, το αναπάντεχο θέαμα, ο φλεγματικός στρατηγός, αφού συμβουλεύτηκε το ρολόι του, αρκέστηκε να παρατηρήσει: «Ακριβώς στην ώρα τους!». Η ηρεμία του οφειλόταν στο ότι είχε επαρκή, αλλά όχι άριστη, γνώση των γερμανικών κινήσεων. Καθώς η γερμανική κρυπτογραφική μηχανή «Αίνιγμα» είχε ήδη «σπάσει», οι Βρετανοί γνώριζαν πλήρως τον σχεδιασμό της εισβολής. Ωστόσο, η πολύτιμη αυτή πηγή πληροφοριών, με το κωδικό όνομα «Ultra», θα έπρεπε να διαφυλαχθεί με κάθε κόστος και κατά συνέπεια ο Φρέιμπεργκ δεν επρόκειτο να έχει πλήρη πρόσβαση στο υλικό που προερχόταν από αυτήν.
Όταν ο Χίτλερ εξέδωσε στις 25 Απριλίου τη «Διαταγή Αρ. 28» για την «Επιχείρηση Ερμής» εναντίον της Κρήτης, προσδοκούσε ταχύτατη νίκη, καθώς δεν θα έπρεπε να καθυστερήσει η «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα» εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Για τις ανάγκες του «Ερμή» συγκεντρώθηκαν 23.000 άνδρες, από τους οποίους περίπου οι μισοί ήταν αλεξιπτωτιστές υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κουρτ Στουντέντ. Το μεγαλύτερο μέρος τους θα μεταφερόταν με αεροπλάνα και συρόμενα ανεμοπλάνα, ενώ βαρύς οπλισμός, πυροβολικό και 5.000 άνδρες θα αποβιβάζονταν από τη θάλασσα. Κύριοι στόχοι ήταν τα αεροδρόμια σε Μάλεμε, Ρέθυμνο και Ηράκλειο, η Σούδα και τα Χανιά. Η γερμανική αεροπορία (Luftwaffe), η οποία και διηύθυνε την όλη επιχείρηση, ήταν κυρίαρχη στον αέρα, ενώ οι Βρετανοί στη θάλασσα. Οι υπερασπιστές της Κρήτης ήταν περίπου 42.000, αλλά με ανεπαρκή οπλισμό. Από αυτούς, 10.000 ήταν Έλληνες στρατιώτες και οι υπόλοιποι Αυστραλοί, Βρετανοί και Νεοζηλανδοί. Φυσικά, υπήρχαν και οι Κρητικοί. 
Η επίθεση ξεκίνησε στις 20 Μαΐου με ανηλεή αλλά αναποτελεσματικό βομβαρδισμό, λόγω των καλών τεχνικών απόκρυψης των Συμμάχων. Στη συνέχεια, οι αλεξιπτωτιστές έπεσαν κατά κύματα στους στόχους τους. Η έναρξη των επιχειρήσεων ήταν προβληματική. Πολλές μονάδες αλεξιπτωτιστών προσγειώθηκαν σε συμμαχικές θέσεις με αποτέλεσμα να αφανιστούν πλήρως, ενώ τουλάχιστον εκατό ερρίφθησαν στη θάλασσα και πνίγηκαν. Η θέση των αλεξιπτωτιστών ήταν πραγματικά άκρως δυσχερής. Ήταν ουσιαστικά άοπλοι κατά την κάθοδό τους, αφού ο βαρύτερος οπλισμός τους ήταν συσκευασμένος σε ειδικά κιβώτια που θα έπρεπε να περισυλλεχθούν μέσα στον ορυμαγδό της μάχης. Η μόνη προστασία τους ήταν η μανιώδης ταλάντευσή τους στον αέρα προκειμένου να αποφύγουν τα εχθρικά πυρά. Από τη στιγμή όμως που κατόρθωναν να προσγειωθούν, μετατρέπονταν σε ισχυρή δύναμη. Το σθένος των Συμμάχων και η γενναιότητα των Κρητικών, που επιτίθεντο στους αλεξιπτωτιστές με ελαφρά όπλα αλλά και με γυμνά χέρια, συνιστούν πραγματικό έπος, για το οποίο η Κρήτη πλήρωσε σημαντικό φόρο αίματος.
Την πρώτη ημέρα της μάχης, οι Σύμμαχοι αντιστάθηκαν σθεναρά σε Ρέθυμνο και Ηράκλειο, καταφέροντας βαρύτατα πλήγματα στους αλεξιπτωτιστές. Στο Μάλεμε όμως, οι Γερμανοί, παρά τις απώλειές τους, κατάφεραν να σταθεροποιηθούν και να εμπλακούν σε σφοδρές συγκρούσεις με Νεοζηλανδούς. Ωστόσο, ο διοικητής των δυνάμεων που κάλυπτε το αεροδρόμιο, έχοντας ανεπαρκή επικοινωνία με τις μονάδες του, εκτίμησε λανθασμένα την κατάσταση και αποφάσισε το βράδυ να υποχωρήσει, εγκαταλείποντας και το στρατηγικής σημασίας «Υψωμα 107». Ετσι, οι εξουθενωμένοι αλεξιπτωτιστές, παρότι είχαν ελάχιστα πυρομαχικά και αντιμετώπιζαν υπέρτερες δυνάμεις, κατόρθωσαν να ισχυροποιήσουν το προγεφύρωμά τους. Το επόμενο πρωί ερρίφθησαν επιπλέον αλεξιπτωτιστές και το απόγευμα γερμανικά αεροπλάνα κατάφεραν να προσγειωθούν, αν και υπό συνεχή πυρά, μεταφέροντας επίλεκτα στρατεύματα. Η συμμαχική αντεπίθεση στις 22 Μαΐου ήταν ανεπιτυχής και επέτρεψε στους Γερμανούς να καταλάβουν πλήρως το κρίσιμο αεροδρόμιο. Στις 25 Μαΐου, εξαπέλυσαν ισχυρότατη επίθεση, και δύο μέρες αργότερα κατέλαβαν τα Χανιά και τη Σούδα, αναγκάζοντας τον Φρέιμπεργκ να διατάξει την εκκένωση του νησιού. Περίπου 17.000 άνδρες παρελήφθησαν από το βρετανικό ναυτικό σε νυχτερινές επιχειρήσεις, ενώ 12.000 αιχμαλωτίστηκαν.

Βαριές γερμανικές απώλειες χωρίς στρατηγικό αντίκρισμα
Αν οι αλεξιπτωτιστές είχαν εξουδετερωθεί άμεσα στο Μάλεμε, η πορεία της Μάχης της Κρήτης θα ήταν διαφορετική, γεγονός που υπογραμμίζει τις ατυχείς επιλογές του Φρέιμπεργκ. Ο Νεοζηλανδός υποτίμησε την αποφασιστική σημασία του αεροδρομίου, καθυστέρησε υπέρμετρα την αντεπίθεσή του και υπερεκτίμησε τον κίνδυνο ναυτικής απόβασης. Οι Γερμανοί όντως επιχείρησαν να στείλουν μία νηοπομπή στην Κρήτη το βράδυ της 21ης Μαΐου, αποτελούμενη από μηχανοκίνητα πλοιάρια με συνοδεία ιταλικού πολεμικού. Χωρίς αεροπορική κάλυψη όμως, τα πλοιάρια αυτά δεν είχαν καμία τύχη όταν βρέθηκαν αντιμέτωπα με το βρετανικό ναυτικό. Τα μισά βυθίστηκαν και τα υπόλοιπα επέστρεψαν στη βάση τους. Την επομένη, ένας μεγαλύτερος στολίσκος επέστρεψε και αυτός άπρακτος όταν συνάντησε και πάλι βρετανικά πλοία. H Luftwaffe ανταπέδωσε βυθίζοντας εννέα βρετανικά πολεμικά και προκαλώντας σοβαρές ζημιές σε πολλά άλλα, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στην απόφαση των Βρετανών να αποσυρθούν από την Κρήτη. Συνολικά, οι συμμαχικές απώλειες ήταν περίπου 4.200 στρατιώτες και ναύτες. Οι Γερμανοί είχαν περίπου 6.000 νεκρούς και τραυματίες, ενώ έχασαν πάνω από 400 αεροσκάφη. Οι απώλειες αυτές οφείλονταν στο ότι οι Γερμανοί στερήθηκαν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού λόγω της «Ultra» και είχαν εντελώς λανθασμένες πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό, το ηθικό και τις ακριβείς θέσεις των Συμμάχων.
Η κατάληψη της Κρήτης ήταν αναμφίβολα ένα εντυπωσιακό στρατιωτικό επίτευγμα των Γερμανών, αλλά δεν είχε στρατηγικό αντίκρισμα αντίστοιχο των απωλειών τους, επιτρέποντας έτσι το συμπέρασμα ότι χάθηκαν τόσο πολλοί για να κερδηθούν τόσο λίγα. Κατά τον Τσόρτσιλ, ο Χέρμαν Γκέρινγκ, αρχηγός της Luftwaffe, «ήταν ηλίθιος», καθώς για μια «πύρρειο νίκη» θυσίασε «αναντικατάστατες δυνάμεις», με τις οποίες θα μπορούσε να είχε καταλάβει «την Κύπρο, το Ιράκ, τη Συρία, ίσως ακόμη και την Περσία». Ο ίδιος ο Στουντέντ δήλωσε μετά τον πόλεμο ότι η Κρήτη έγινε «ο τάφος» των Γερμανών αλεξιπτωτιστών. Επιπλέον, η στρατηγική σημασία της Κρήτης, παρότι σημαντική, ήταν μάλλον υπερεκτιμημένη. Οι Γερμανοί σωστά θεώρησαν πως η κατοχή της θα απομάκρυνε τον κίνδυνο βρετανικών βομβαρδισμών των ρουμανικών πετρελαιοπηγών, θα παρεμπόδιζε το βρετανικό ναυτικό στην ανατολική Μεσόγειο και θα προστάτευε την «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα». Η Luftwaffe όμως θα μπορούσε να ελέγξει αποτελεσματικά το Αιγαίο και από τις βάσεις της στην Ελλάδα, ενώ η κατάληψη της Μάλτας αντί της Κρήτης θα προσέφερε περισσότερα οφέλη. Από άποψη τακτικής, μια τόσο εκτεταμένη εναέρια απόβαση ήταν υπερβολικά φιλόδοξο εγχείρημα και οφειλόταν εν μέρει στη νευρωτική ανάγκη της Luftwaffe να εξιλεωθεί από την αποτυχία της Μάχης της Αγγλίας με μια συντριπτική νίκη.
Για τους Βρετανούς, εκτός από τις βαρύτατες ναυτικές απώλειες, οι στρατηγικές επιπτώσεις της ήττας ήταν σχετικά περιορισμένες, επιτρέποντας στον Τσόρτσιλ να δηλώσει τον Ιούνιο, αν και όχι χωρίς υπερβολή, ότι η κατάσταση στη Μεσόγειο είχε βελτιωθεί για τη Βρετανία σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ήταν επίσης σημαντικό ότι η «Ultra» είχε προστατευτεί.
Ο Τσόρτσιλ είχε αρχικά εξετάσει το ενδεχόμενο να στείλει στον Φρέιμπεργκ το πλήρες σχέδιο της επίθεσης, αλλά σύντομα άλλαξε γνώμη. Με δεδομένη τη σημασία της «Ultra», λίγοι θα διαφωνούσαν με την απόφασή του. Κανείς όμως δεν επρόκειτο να διαφωνήσει με την άποψη του Χίτλερ, ο οποίος τον Ιούλιο τόνισε στον Στουντέντ: «Γνωρίζετε βέβαια, στρατηγέ, ότι δεν θα επιχειρήσουμε ποτέ άλλη μία αερομεταφερόμενη επιχείρηση. Η Κρήτη απέδειξε ότι η εποχή των αλεξιπτωτιστών τελείωσε».

* Ο κ. Δημήτρης Λυβάνιος είναι επίκουρος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή