Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Σαν σήμερα, 1 Ιουνίου 1941

Το τέλος της μάχης της Κρήτης

Του Δημήτρη Λυβάνιου*

Το πρωί της 20ής Μαΐου 1941, ένας νεαρός Βρετανός αξιωματικός απολάμβανε ένα αξιοπρεπές πρωινό στα Χανιά, προσκεκλημένος ενός Νεοζηλανδού στρατηγού. Καθώς ανασήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό, παρατήρησε πλήθος αεροπλάνων και αλεξιπτωτιστών. Οταν ο Κ. M. Γούντχαουζ υπέδειξε στον Μπέρναρντ Φρέιμπεργκ, διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων της Κρήτης, το αναπάντεχο θέαμα, ο φλεγματικός στρατηγός, αφού συμβουλεύτηκε το ρολόι του, αρκέστηκε να παρατηρήσει: «Ακριβώς στην ώρα τους!». Η ηρεμία του οφειλόταν στο ότι είχε επαρκή, αλλά όχι άριστη, γνώση των γερμανικών κινήσεων. Καθώς η γερμανική κρυπτογραφική μηχανή «Αίνιγμα» είχε ήδη «σπάσει», οι Βρετανοί γνώριζαν πλήρως τον σχεδιασμό της εισβολής. Ωστόσο, η πολύτιμη αυτή πηγή πληροφοριών, με το κωδικό όνομα «Ultra», θα έπρεπε να διαφυλαχθεί με κάθε κόστος και κατά συνέπεια ο Φρέιμπεργκ δεν επρόκειτο να έχει πλήρη πρόσβαση στο υλικό που προερχόταν από αυτήν.
Όταν ο Χίτλερ εξέδωσε στις 25 Απριλίου τη «Διαταγή Αρ. 28» για την «Επιχείρηση Ερμής» εναντίον της Κρήτης, προσδοκούσε ταχύτατη νίκη, καθώς δεν θα έπρεπε να καθυστερήσει η «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα» εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Για τις ανάγκες του «Ερμή» συγκεντρώθηκαν 23.000 άνδρες, από τους οποίους περίπου οι μισοί ήταν αλεξιπτωτιστές υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κουρτ Στουντέντ. Το μεγαλύτερο μέρος τους θα μεταφερόταν με αεροπλάνα και συρόμενα ανεμοπλάνα, ενώ βαρύς οπλισμός, πυροβολικό και 5.000 άνδρες θα αποβιβάζονταν από τη θάλασσα. Κύριοι στόχοι ήταν τα αεροδρόμια σε Μάλεμε, Ρέθυμνο και Ηράκλειο, η Σούδα και τα Χανιά. Η γερμανική αεροπορία (Luftwaffe), η οποία και διηύθυνε την όλη επιχείρηση, ήταν κυρίαρχη στον αέρα, ενώ οι Βρετανοί στη θάλασσα. Οι υπερασπιστές της Κρήτης ήταν περίπου 42.000, αλλά με ανεπαρκή οπλισμό. Από αυτούς, 10.000 ήταν Έλληνες στρατιώτες και οι υπόλοιποι Αυστραλοί, Βρετανοί και Νεοζηλανδοί. Φυσικά, υπήρχαν και οι Κρητικοί. 
Η επίθεση ξεκίνησε στις 20 Μαΐου με ανηλεή αλλά αναποτελεσματικό βομβαρδισμό, λόγω των καλών τεχνικών απόκρυψης των Συμμάχων. Στη συνέχεια, οι αλεξιπτωτιστές έπεσαν κατά κύματα στους στόχους τους. Η έναρξη των επιχειρήσεων ήταν προβληματική. Πολλές μονάδες αλεξιπτωτιστών προσγειώθηκαν σε συμμαχικές θέσεις με αποτέλεσμα να αφανιστούν πλήρως, ενώ τουλάχιστον εκατό ερρίφθησαν στη θάλασσα και πνίγηκαν. Η θέση των αλεξιπτωτιστών ήταν πραγματικά άκρως δυσχερής. Ήταν ουσιαστικά άοπλοι κατά την κάθοδό τους, αφού ο βαρύτερος οπλισμός τους ήταν συσκευασμένος σε ειδικά κιβώτια που θα έπρεπε να περισυλλεχθούν μέσα στον ορυμαγδό της μάχης. Η μόνη προστασία τους ήταν η μανιώδης ταλάντευσή τους στον αέρα προκειμένου να αποφύγουν τα εχθρικά πυρά. Από τη στιγμή όμως που κατόρθωναν να προσγειωθούν, μετατρέπονταν σε ισχυρή δύναμη. Το σθένος των Συμμάχων και η γενναιότητα των Κρητικών, που επιτίθεντο στους αλεξιπτωτιστές με ελαφρά όπλα αλλά και με γυμνά χέρια, συνιστούν πραγματικό έπος, για το οποίο η Κρήτη πλήρωσε σημαντικό φόρο αίματος.
Την πρώτη ημέρα της μάχης, οι Σύμμαχοι αντιστάθηκαν σθεναρά σε Ρέθυμνο και Ηράκλειο, καταφέροντας βαρύτατα πλήγματα στους αλεξιπτωτιστές. Στο Μάλεμε όμως, οι Γερμανοί, παρά τις απώλειές τους, κατάφεραν να σταθεροποιηθούν και να εμπλακούν σε σφοδρές συγκρούσεις με Νεοζηλανδούς. Ωστόσο, ο διοικητής των δυνάμεων που κάλυπτε το αεροδρόμιο, έχοντας ανεπαρκή επικοινωνία με τις μονάδες του, εκτίμησε λανθασμένα την κατάσταση και αποφάσισε το βράδυ να υποχωρήσει, εγκαταλείποντας και το στρατηγικής σημασίας «Υψωμα 107». Ετσι, οι εξουθενωμένοι αλεξιπτωτιστές, παρότι είχαν ελάχιστα πυρομαχικά και αντιμετώπιζαν υπέρτερες δυνάμεις, κατόρθωσαν να ισχυροποιήσουν το προγεφύρωμά τους. Το επόμενο πρωί ερρίφθησαν επιπλέον αλεξιπτωτιστές και το απόγευμα γερμανικά αεροπλάνα κατάφεραν να προσγειωθούν, αν και υπό συνεχή πυρά, μεταφέροντας επίλεκτα στρατεύματα. Η συμμαχική αντεπίθεση στις 22 Μαΐου ήταν ανεπιτυχής και επέτρεψε στους Γερμανούς να καταλάβουν πλήρως το κρίσιμο αεροδρόμιο. Στις 25 Μαΐου, εξαπέλυσαν ισχυρότατη επίθεση, και δύο μέρες αργότερα κατέλαβαν τα Χανιά και τη Σούδα, αναγκάζοντας τον Φρέιμπεργκ να διατάξει την εκκένωση του νησιού. Περίπου 17.000 άνδρες παρελήφθησαν από το βρετανικό ναυτικό σε νυχτερινές επιχειρήσεις, ενώ 12.000 αιχμαλωτίστηκαν.

Βαριές γερμανικές απώλειες χωρίς στρατηγικό αντίκρισμα
Αν οι αλεξιπτωτιστές είχαν εξουδετερωθεί άμεσα στο Μάλεμε, η πορεία της Μάχης της Κρήτης θα ήταν διαφορετική, γεγονός που υπογραμμίζει τις ατυχείς επιλογές του Φρέιμπεργκ. Ο Νεοζηλανδός υποτίμησε την αποφασιστική σημασία του αεροδρομίου, καθυστέρησε υπέρμετρα την αντεπίθεσή του και υπερεκτίμησε τον κίνδυνο ναυτικής απόβασης. Οι Γερμανοί όντως επιχείρησαν να στείλουν μία νηοπομπή στην Κρήτη το βράδυ της 21ης Μαΐου, αποτελούμενη από μηχανοκίνητα πλοιάρια με συνοδεία ιταλικού πολεμικού. Χωρίς αεροπορική κάλυψη όμως, τα πλοιάρια αυτά δεν είχαν καμία τύχη όταν βρέθηκαν αντιμέτωπα με το βρετανικό ναυτικό. Τα μισά βυθίστηκαν και τα υπόλοιπα επέστρεψαν στη βάση τους. Την επομένη, ένας μεγαλύτερος στολίσκος επέστρεψε και αυτός άπρακτος όταν συνάντησε και πάλι βρετανικά πλοία. H Luftwaffe ανταπέδωσε βυθίζοντας εννέα βρετανικά πολεμικά και προκαλώντας σοβαρές ζημιές σε πολλά άλλα, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στην απόφαση των Βρετανών να αποσυρθούν από την Κρήτη. Συνολικά, οι συμμαχικές απώλειες ήταν περίπου 4.200 στρατιώτες και ναύτες. Οι Γερμανοί είχαν περίπου 6.000 νεκρούς και τραυματίες, ενώ έχασαν πάνω από 400 αεροσκάφη. Οι απώλειες αυτές οφείλονταν στο ότι οι Γερμανοί στερήθηκαν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού λόγω της «Ultra» και είχαν εντελώς λανθασμένες πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό, το ηθικό και τις ακριβείς θέσεις των Συμμάχων.
Η κατάληψη της Κρήτης ήταν αναμφίβολα ένα εντυπωσιακό στρατιωτικό επίτευγμα των Γερμανών, αλλά δεν είχε στρατηγικό αντίκρισμα αντίστοιχο των απωλειών τους, επιτρέποντας έτσι το συμπέρασμα ότι χάθηκαν τόσο πολλοί για να κερδηθούν τόσο λίγα. Κατά τον Τσόρτσιλ, ο Χέρμαν Γκέρινγκ, αρχηγός της Luftwaffe, «ήταν ηλίθιος», καθώς για μια «πύρρειο νίκη» θυσίασε «αναντικατάστατες δυνάμεις», με τις οποίες θα μπορούσε να είχε καταλάβει «την Κύπρο, το Ιράκ, τη Συρία, ίσως ακόμη και την Περσία». Ο ίδιος ο Στουντέντ δήλωσε μετά τον πόλεμο ότι η Κρήτη έγινε «ο τάφος» των Γερμανών αλεξιπτωτιστών. Επιπλέον, η στρατηγική σημασία της Κρήτης, παρότι σημαντική, ήταν μάλλον υπερεκτιμημένη. Οι Γερμανοί σωστά θεώρησαν πως η κατοχή της θα απομάκρυνε τον κίνδυνο βρετανικών βομβαρδισμών των ρουμανικών πετρελαιοπηγών, θα παρεμπόδιζε το βρετανικό ναυτικό στην ανατολική Μεσόγειο και θα προστάτευε την «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα». Η Luftwaffe όμως θα μπορούσε να ελέγξει αποτελεσματικά το Αιγαίο και από τις βάσεις της στην Ελλάδα, ενώ η κατάληψη της Μάλτας αντί της Κρήτης θα προσέφερε περισσότερα οφέλη. Από άποψη τακτικής, μια τόσο εκτεταμένη εναέρια απόβαση ήταν υπερβολικά φιλόδοξο εγχείρημα και οφειλόταν εν μέρει στη νευρωτική ανάγκη της Luftwaffe να εξιλεωθεί από την αποτυχία της Μάχης της Αγγλίας με μια συντριπτική νίκη.
Για τους Βρετανούς, εκτός από τις βαρύτατες ναυτικές απώλειες, οι στρατηγικές επιπτώσεις της ήττας ήταν σχετικά περιορισμένες, επιτρέποντας στον Τσόρτσιλ να δηλώσει τον Ιούνιο, αν και όχι χωρίς υπερβολή, ότι η κατάσταση στη Μεσόγειο είχε βελτιωθεί για τη Βρετανία σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ήταν επίσης σημαντικό ότι η «Ultra» είχε προστατευτεί.
Ο Τσόρτσιλ είχε αρχικά εξετάσει το ενδεχόμενο να στείλει στον Φρέιμπεργκ το πλήρες σχέδιο της επίθεσης, αλλά σύντομα άλλαξε γνώμη. Με δεδομένη τη σημασία της «Ultra», λίγοι θα διαφωνούσαν με την απόφασή του. Κανείς όμως δεν επρόκειτο να διαφωνήσει με την άποψη του Χίτλερ, ο οποίος τον Ιούλιο τόνισε στον Στουντέντ: «Γνωρίζετε βέβαια, στρατηγέ, ότι δεν θα επιχειρήσουμε ποτέ άλλη μία αερομεταφερόμενη επιχείρηση. Η Κρήτη απέδειξε ότι η εποχή των αλεξιπτωτιστών τελείωσε».

* Ο κ. Δημήτρης Λυβάνιος είναι επίκουρος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου