Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Σαν σήμερα, 25 Αυγούστου 1944

Η απελευθέρωση του Παρισιού


Του Νίκου Ζάικου*

Η απελευθέρωση του Παρισιού υπήρξε η κατάληξη της αναμέτρησης ανάμεσα στη Γαλλική Αντίσταση και στη Γερμανική Φρουρά της μέχρι τότε κατεχόμενης πρωτεύουσας της Γαλλίας, που ξεκίνησε στις 19 Αυγούστου 1944 και έκλεισε μια εβδομάδα μετά, στις 25 Αυγούστου 1944, με την ήττα και την παράδοση της Γερμανικής Φρουράς.
Τα γερμανικά στρατεύματα αποχώρησαν από το Παρίσι έπειτα από χρόνια πολεμικής κατοχής. Τον Μάιο του 1940, η Βέρμαχτ εισέβαλε στη Γαλλία για να γίνει ένα μήνα αργότερα φανερό ότι ο γαλλικός στρατός δεν ήταν σε θέση να αναχαιτίσει τη γερμανική επίθεση. Τον Ιούνιο του 1940, καταρτίστηκε μια Συμφωνία Εκεχειρίας, την οποία υπέγραψε για τη γαλλική πλευρά ο 84χρονος στρατάρχης Ανρί Φιλίπ Πεταίν, ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Η Συμφωνία διαίρεσε τη Γαλλία σε δύο ζώνες. Το βόρειο και το δυτικό τμήμα της χώρας, καθώς και η ακτή του Ατλαντικού ορίστηκε ότι θα τελούν υπό γερμανική κατοχή, ενώ στο υπόλοιπο έδαφος της χώρας, την «ελεύθερη ζώνη», παραχωρήθηκε ένα καθεστώς αυτονομίας μέχρι τον Νοέμβριο του 1942. Συνεπώς, από τον Ιούνιο του 1940, η Περιφέρεια του Παρισιού αποτέλεσε κατεχόμενη περιοχή, ενώ το νότιο τμήμα της χώρας ονομάστηκε «Γαλλικό Κράτος» -εν αντιθέσει προς την προπολεμική ονομασία «Γαλλική Δημοκρατία»- με επικεφαλής τον στρατάρχη Πεταίν και είχε ως προσωρινή πρωτεύουσα το Βισύ, μια λουτρόπολη της κεντρικής Γαλλίας. Το καθεστώς του Βισύ, που τυπικά έφερε την ευθύνη για τη διακυβέρνηση όλης της χώρας, εφάρμοσε ένα αυταρχικό πρόγραμμα «Εθνικής Επανάστασης». Η Γαλλία μετατράπηκε από δημοκρατικό κράτος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών σε σύμμαχο της ναζιστικής Γερμανίας και συνεργό στη δίωξη των Εβραίων όλης της χώρας. Το χρονικό της βίαιης απομάκρυνσης παιδιών ηλικίας από 2 έως 12 ετών από τους γονείς τους, της πολυήμερης κράτησής τους υπό βάναυσες συνθήκες και της εκτόπισης των παιδιών αυτών στο Αουσβιτς συγκλονίζει την ανθρώπινη συνείδηση. Ειδικότερα, οι Εβραίοι της περιοχής του Βισύ υπήρξαν οι μόνοι στην Ευρώπη, που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα θανάτου από περιοχή στην οποία δεν υπήρξε καμία γερμανική στρατιωτική παρουσία. Εκτός από τη διάσταση αυτή, μέχρι το τέλος του πολέμου, στο έδαφος του καθεστώτος του Βισύ θανατώθηκαν περίπου 150.000 όμηροι, 70.000 άτομα περιορίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και περίπου 700.000 άνδρες και γυναίκες στρατολογήθηκαν για παροχή εργασίας στη Γερμανία.

Μαζικές απεργίες παραλύουν τα πάντα
Στα μέσα Αυγούστου του 1944, το Παρίσι παρουσίαζε μια εικόνα παράλυσης. Ενώ ήταν γνωστό ότι τα αγγλοαμερικανικά στρατεύματα προέλαυναν στη Γαλλία, στο Παρίσι απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων στα τρένα, στον υπόγειο σιδηρόδρομο, στην αστυνομία και στα ταχυδρομεία βαθμιαία κλιμακώθηκαν σε μια μαζική απεργία. Παράλληλα με αντιναζιστικές διαδηλώσεις, μέλη του γαλλικού αντιστασιακού κινήματος, τα περισσότερα ελαφρά οπλισμένα ή εντελώς άοπλα, άρχισαν να καταλαμβάνουν στρατηγικά σημεία της πόλης, όπως δημόσια κτίρια και αστυνομικά τμήματα και να προκαλούν βλάβες στα οχήματα και στην υλικοτεχνική υποδομή των κατοχικών στρατευμάτων.
Στις 19 Αυγούστου 1944, στους άδειους δρόμους της πόλης εμφανίστηκαν γερμανικά άρματα μάχης, ημιερπυστριοφόρα, φορτηγά ρυμουλκά και οχήματα με Γερμανούς στρατιώτες, προδίδοντας την υποχώρηση των Γερμανών. Αμέσως ξέσπασαν αψιμαχίες ανάμεσα σε ελεύθερους σκοπευτές της Αντίστασης και Γερμανούς στρατιώτες, ενώ στους δρόμους αναρτήθηκαν αφίσες που καλούσαν «όλους τους άνδρες από 18 ώς 50 ετών να ταχθούν στον αγώνα κατά του εισβολέα». Στις μέρες που ακολούθησαν, άμαχοι Γάλλοι κάθε ηλικίας, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, συμμετείχαν στις όλο και πιο σκληρές μάχες, υψώνοντας οδοφράγματα και ενισχύοντας την Αντίσταση με κάθε τρόπο.
Στις 24 Αυγούστου, πλήθη πολιτών υποδέχθηκαν δυνάμεις γαλλικών τεθωρακισμένων και αμερικανικού πεζικού στο Παρίσι. Οι κατοχικές δυνάμεις της πόλης είχαν ήδη καταρρεύσει και, μετά από μια καθοριστική τελική μάχη, ο στρατιωτικός διοικητής της πόλης, στρατηγός Ντίτριχ φον Χόλτιτς, παραδόθηκε. Η εντολή του Χίτλερ να ισοπεδωθεί η πρωτεύουσα της Γαλλίας σε περίπτωση γερμανικής ήττας δεν πραγματοποιήθηκε. Την επόμενη μέρα, ο χαρισματικός στρατηγός Ντε Γκωλ απευθύνθηκε σε ένα ενθουσιώδες πλήθος, τονίζοντας την εθνική ενότητα και αγωνιστικότητα χωρίς έμφαση στη συμβολή των Συμμάχων. Στη νέα πραγματικότητα, το Βισύ δεν θα θεωρούνταν αντιπροσωπευτικό της «πραγματικής» Γαλλίας: «Παρίσι μαρτυρικό! Αλλά Παρίσι απελευθερωμένο! Απελευθερωμένο χάρη στο ίδιο, απελευθερωμένο χάρη στον λαό του με τη βοήθεια των γαλλικών στρατευμάτων με την υποστήριξη και τη βοήθεια όλης της Γαλλίας, της Γαλλίας που μάχεται, της μοναδικής Γαλλίας, της πραγματικής Γαλλίας, της αιώνιας Γαλλίας!».

* Ο κ. Νίκος Ζάικος είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών Φλώρινας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.


Αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Σαν σήμερα, 15 Αυγούστου 1940


Ο τορπιλισμός της «Έλλης»

Του Ζήση Φωτάκη*

Στο ξεκίνημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ναυτική σημασία του γεωγραφικού χώρου και στόλου της Ελλάδας δεν είχε την αντίστοιχη βαρύτητα που εμφάνιζε το καλοκαίρι του 1914. Το γεγονός αυτό που, εν πολλοίς, απέρρεε από την προτεραιότητα που απέδιδε η Μεγάλη Βρετανία στην προάσπιση των αυτοκρατορικών της συμφερόντων στον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό, τη ναυτική ρώμη του Γαλλικού Ναυτικού στη Μεσόγειο και την αρχική ουδετερότητα της Ιταλίας, γέννησε ίσως σε κάποιους την ελπίδα ότι η χώρα μας δεν θα χρειαζόταν να αναμειχθεί στον νέο αυτόν Αρμαγεδδώνα. Τα πράγματα όμως άλλαξαν με την πτώση της Γαλλίας στον Αξονα και την έξοδο της Ιταλίας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας τον Μάιο του 1940. Τους μήνες που ακολούθησαν, η καχυποψία του Μουσολίνι αναφορικά με τις γερμανοσοβιετικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια, η πιθανότητα ότι ο αγγλικός στόλος θα κατέφευγε στα ελληνικά ύδατα στην περίπτωση που η αγγλοκρατούμενη Αίγυπτος κυριευόταν από τους Ιταλούς και ο προσανατολισμός της κυβέρνησης Μεταξά στην αγγλική πολιτική -κυριότερα δείγματα του οποίου υπήρξαν η αποδοχή της αγγλο-γαλλικής εγγύησης της Ελλάδας έναντι πιθανής απειλής από τον Αξονα (Απρίλιος 1939) και η άρνησή της να ανανεωθεί το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας, τον Σεπτέμβριο του 1939- οδήγησαν στην ωρίμαση των επεκτατικών επιδιώξεων που έτρεφε, από παλιά, το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας εναντίον της χώρας μας.
Η προετοιμασία του εδάφους για την εφαρμογή της επεκτατικής αυτής πολιτικής επιχειρήθηκε με μια σειρά από προκλήσεις ο χαρακτήρας των οποίων ήταν συχνά ναυτικός λόγω της θαλάσσιας γειτνίασης των δύο δυνάμεων. Η πρώτη από αυτές έλαβε χώρα τη 12η Ιουλίου 1940 όταν βομβαρδίστηκαν διαδοχικά από αέρος το βοηθητικό πλοίο «Ωρίων» και το αντιτορπιλικό «Ύδρα» ανοιχτά της Γραμβούσας στην Κρήτη. Τέσσερις μέρες μετά, τέσσερα ελληνικά υποβρύχια βομβαρδίστηκαν από ιταλικά αεροπλάνα, ενώ ήταν μεθορμισμένα στον κόλπο της Ιτέας. Στο τέλος του ίδιου μήνα τα ελληνικά αντιτορπιλικά, «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Ολγα», ό,τι καλύτερο είχε τότε το ελληνικό Ναυτικό, καθώς και δύο ελληνικά υποβρύχια δέχτηκαν αιφνιδιαστική επίθεση της ιταλικής αεροπορίας. Οι ιταλικές προκλήσεις κορυφώθηκαν στις 2 Αυγούστου 1940 όταν βομβαρδίστηκε η τελωνειακή ακτοφυλακίδα Α6 την ώρα που έπλεε μεταξύ Σαλαμίνας και Αίγινας.

Η ηγεσία του Π.Ν.
Τα συνεχή και ολοένα πιο προκλητικά αυτά επεισόδια δημιούργησαν εύλογη ανησυχία στην ηγεσία του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, στον βαθμό που εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις όταν αποφασίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση η συμμετοχή του εύδρομου καταδρομικού «Ελλη» στον εορτασμό της Κοίμησης της Θεοτόκου στο νησί της Τήνου. Η μονάδα αυτή, αν και σχετικά παλιά, αφού ναυπηγήθηκε τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είχε ριζικά ανακαινιστεί στη Γαλλία μεταξύ του 1925 και του 1927 και αποτελούσε την κυριότερη ναρκοθέτιδα του ελληνικού στόλου. Διέθετε επίσης δυνατότητες αποτελεσματικής συμμετοχής σε συνοδείες νηοπομπών και ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις. Oι επιφυλάξεις λοιπόν του Αρχηγού Στόλου, ναύαρχου Καββαδία και άλλων στελεχών του Πολεμικού Ναυτικού υπήρξαν εύλογες δεν οδήγησαν όμως στην αναίρεση της ληφθείσας απόφασης ίσως γιατί θεωρήθηκε ότι η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, που τιμάται πολύ και από τους καθολικούς Ιταλούς, δεν θα επέτρεπε την πραγματοποίηση μιας ακόμη προκλητικής ενέργειας εναντίον της χώρας μας.

Χτύπημα με ασαφή αίτια
Τα άμεσα αίτια του τορπιλισμού της «Ελλης» δεν είναι ακόμα σαφή. Ορισμένες πηγές κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι ο Μουσολίνι είχε αποφασίσει να εισβάλει στην Ελλάδα ακριβώς τότε και θεώρησε πως ο τορπιλισμός του ελληνικού πολεμικού θα διευκόλυνε τα σχέδιά του. Αλλοι, όπως ο τότε Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, εικάζουν ότι η κίνηση αυτή υπήρξε προϊόν της οργής του Μουσολίνι, όταν πληροφορήθηκε την άποψη που εξέφρασε ο Μεταξάς στον Γερμανό πρέσβη στην Αθήνα, Πρίγκιπα Ερμπαχ, ότι δηλαδή η Ελλάδα δεν μπορούσε να αγνοήσει τη βρετανική ναυτική ισχύ στη Μεσόγειο. Ο υφυπουργός Εξωτερικών και γαμπρός του Μουσολίνι, Τσιάνο, αποδίδει τον τορπιλισμό της «Ελλης» στην προπέτεια του Ντε Βέκι, του Ιταλού διοικητή των Δωδεκανήσων και κορυφαίου στελέχους του φασιστικού καθεστώτος. Τέλος, οι επιχειρήσεις που ανέλαβε ο Αϊκάρντι, o κυβερνήτης του ιταλικού υποβρυχίου Delfino που τορπίλισε την «Ελλη», πιθανώς να εντάσσονταν στο ευρύτερο πλαίσιο της παρεμπόδισης των αγγλικών συγκοινωνιών με τη Μαύρη Θάλασσα, από το ιταλικό ναυτικό, τουλάχιστον αν ληφθεί υπόψη η ασάφεια και η προχειρότητα των οδηγιών που αυτός έλαβε. Οποια πάντως κι αν είναι η ακριβής άμεση αιτία για την προσβολή του ευδρόμου καταδρομικού «Ελλη», γεγονός είναι ότι στις 8.25 π.μ. της 15ης Αυγούστου 1940 αυτό επλήγη από τορπίλη του Delfino ακριβώς κάτω από τον μόνο εν ενεργεία λέβητά του. Το αποτέλεσμα ήταν αυτός να εκραγεί και η έκρηξη να δημιουργήσει κάθετη ρωγμή στη δεξιά πλευρά του πλοίου, η οποία στην ίσαλο γραμμή είχε διάμετρο 10 εκατοστών. Συνάμα δημιουργήθηκε οπή δύο περίπου μέτρων μεταξύ των δύο καπνοδόχων του πλοίου ακριβώς πάνω από το σημείο της έκρηξης. Οκτώ μέλη του πληρώματος έχασαν τη ζωή τους, ενώ δεκάδες υπήρξαν και οι τραυματίες. Οι άλλες δύο τορπίλες που έβαλε το ιταλικό υποβρύχιο εναντίον των επιβατηγών πλοίων που βρίσκονταν στο λιμάνι της Τήνου ευτυχώς αστόχησαν.
Το αιφνίδιο πλήγμα που υπέστη το ελληνικό καταδρομικό δεν βρήκε ούτε το πλήρωμά του ούτε τη ναυτική ηγεσία της χώρας απαράσκευη. Σύντονες προσπάθειες ανελήφθησαν από τον κυβερνήτη του πλοίου, Χατζόπουλο, ώστε τουλάχιστον να σωθεί το πλοίο προσαράζοντας στα αβαθή του λιμανιού, κάτι όμως που δεν κατέστη δυνατό γιατί τα συστήματα του πλοίου είχαν νεκρώσει μετά τη διάρρηξη των ατμοσωλήνων και την παρεπόμενη διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Επιπροσθέτως, το επιβατηγό «Έσπερος» που ανέλαβε τη ρυμούλκηση δεν είχε τη δυνατότητα ούτε και τα εφόλκια που θα μπορούσαν να ρυμουλκήσουν το καταδρομικό, τη στιγμή μάλιστα που η αποκρίκωση της άγκυράς του δεν υπήρξε εφικτή για μια σειρά από λόγους. Σε κάθε περίπτωση, η εξέταση που ακολούθησε από ανώτατα στελέχη του ναυτικού επιβεβαίωσε ότι όλα τα προσήκοντα μέτρα είχαν ληφθεί και για την άμυνα του πλοίου από εχθρική προσβολή, αλλά και για τη διάσωσή του μετά τον τορπιλισμό του. Αποδείχτηκε, επίσης, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι ο τορπιλισμός της «Ελλης» ήταν έργο Ιταλών, κάτι όμως που αποσιωπήθηκε για λόγους υψηλής πολιτικής μέχρι την έναρξη του πολέμου τον Οκτώβριο του 1940. Τότε ήταν που επίσημα και τεκμηριωμένα δόθηκαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία που είχαν συλλεγεί από την αλίευση και την ποικιλότροπη εξέταση των υπολειμμάτων της 2ης και 3ης τορπίλης που αστόχησαν.

Προετοιμασία για πόλεμο
Την επαύριο του τορπιλισμού της «Ελλης», δεν εξερράγη ελληνο-ιταλικός πόλεμος πάρα την περαιτέρω κλιμάκωση των ιταλικών προκλήσεων. Η χώρα ολοκλήρωσε απλώς τις τελευταίες της προετοιμασίες για τον μεγάλο αγώνα που επέκειτο. Η ηθική όμως προετοιμασία είχε, εν πολλοίς, ολοκληρωθεί λόγω του τορπιλισμού της «Ελλης». Οπως εύστοχα παρατηρεί ο Γκράτσι: «Η ιταλική κυβέρνηση μπορούσε να υπερηφανεύεται γιατί είχε κατορθώσει να συσπειρώσει σε μια αρραγή ψυχική ενότητα έναν λαό βαθιά διαιρεμένο από αγεφύρωτες πολιτικές διαφορές και από βαθιά και παλιά πολιτικά μίση, γιατί είχε εμπνεύσει τη γενναία και ακλόνητη απόφαση να πεθάνει εν ανάγκη για την πατρίδα του». Αυτή είναι και η κληρονομιά της «Ελλης» στο έπος του 1940 και κατ' επέκταση στην εθνική μας επιβίωση.

* Ο κ. Ζήσης Φωτάκης είναι διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.


Αναδημοσίευση από την Καθημερινή