Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Σαν σήμερα, 20 Ιανουαρίου 1942

Διάσκεψη του Βάνζεε

Η εξόντωση των Εβραίων της Ε.Σ.Σ.Δ, ύστερα από τη γερμανική εισβολή το καλοκαίρι του 1941, ήταν η αφετηρία για τη λήψη ανάλογης απόφασης για τους Εβραίους της κατεχόμενης Ευρώπης. Αυτή προφανώς είχε ληφθεί  απ’ τον ίδιο τον Χίτλερ και διασώζεται γραπτώς σε ένα έγγραφο προς τον διοικητή του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ, Ράινχαρντ Χάιντριχ, που φέρει την υπογραφή του υπουργού Εσωτερικών Γκέρινγκ. Με αυτό το έγγραφο, του οποίου συντάκτης ήταν ο συνταγματάρχης των SS Άντολφ Άϊχμαν, στις 31 Ιουλίου 1941, ανατίθεται στον Χάιντριχ να «κάνει όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες» για μια «τελική λύση του εβραϊκού ζητήματος» σε όλες τις περιοχές που βρίσκονται υπό γερμανικό έλεγχο.


Το φθινόπωρο αποφασίστηκε η σταδιακή εκτόπιση των Εβραίων γερμανικής καταγωγής, ξεκινώντας από πόλεις όπως το Βερολίνο, η Βιέννη και η Πράγα. Στις αρχές Οκτωβρίου οριστικοποιήθηκαν οι μέθοδοι υλοποίησης της «τελικής λύσης», με μαζικές εκτοπίσεις σε στρατόπεδα εξοπλισμένα για τη «βιομηχανική» εξόντωση. Παρόλο που οι γερμανικές ελπίδες για μια γρήγορη νίκη στον πόλεμο διαψεύστηκαν, η πολιτική τους απέναντι στο εβραϊκό ζήτημα δεν αναθεωρήθηκε. Αντιθέτως, ο κλοιός για τους Εβραίους της Ευρώπης έσφιγγε. Στις 23 Οκτωβρίου απαγορεύθηκε η μετανάστευση τους από τις κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες. Στις 18 Νοεμβρίου, ο υπουργός Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ ενημέρωσε «εμπιστευτικά» τους εκπροσώπους του Τύπου  ότι «το εβραϊκό ζήτημα» θα ρυθμιζόταν με τη «βιολογική εξόντωση όλων των Εβραίων της Ευρώπης».

 
Ένδεκα ημέρες αργότερα, ο Χάιντριχ έστειλε προσκλήσεις για την προγραμματισμένη συνάντηση στις 9 Δεκεμβρίου σε μια έπαυλη στο Βάνζεε, ένα δυτικό προάστιο του Βερολίνου, για να συζητηθεί το θέμα της οργάνωσης και του συντονισμού της μαζικής εξόντωσης των Εβραίων. Όμως η αντεπίθεση των Σοβιετικών στη Μόσχα και η είσοδος των Η.Π.Α στον πόλεμο, ανέβαλλαν τη συνάντηση. Στις αρχές Ιανουαρίου του 1942, οι προσκλήσεις στάλθηκαν εκ νέου και η σύσκεψη έλαβε χώρα το μεσημέρι της 20ης Ιανουαρίου. 


Στη σύσκεψη του Βανζέε, η οποία διοργανώθηκε από τον Χάιντριχ, συμμετείχαν  περίπου δεκαπέντε αξιωματούχοι, ανάμεσα στα οποία και ο Άϊχμαν, που τήρησε τα πρακτικά. Ο Χάιντριχ ξεκίνησε ενημερώνοντας τους παρευρισκόμενους για το ιστορικό των αντισημιτικών δραστηριοτήτων στη Γερμανία από το 1930, τονίζοντας τις τρέχουσες ενέργειες  για την αναγκαστική μετακίνηση των Εβραίων σε γκέτο και σε στρατόπεδα στις υπό κατοχή ανατολικές επαρχίες, όπως για παράδειγμα στην Πολωνία. Επίσης όρισε την ταυτότητα του “Εβραίου”, σύμφωνα με την καταγωγή, τους μικτούς γάμους και τους προγόνους του. Στο τελευταίο μέρος της συνάντησης, τέθηκαν υπό συζήτηση τα τεχνικά ζητήματα της εξόντωσης: απογραφές, εκτοπίσεις, εγκλεισμός σε στρατόπεδα και εκτελέσεις, «εκκενώσεις» σύμφωνα το ναζιστικό κώδικα. Σύμφωνα με τον Άιχμαν, μετά το τέλος της σύσκεψης ο Χάιντριχ του έδωσε οδηγίες για να αποφύγει τη χρήση λέξεων όπως «εξόντωση» στα πρακτικά της.


Το πρωτόκολλο της διάσκεψης φέρει την υπογραφή του Χάιντριχ και αναφέρει: «Η μετανάστευση δίνει στο εξής τη θέση της σε μιαν άλλη δυνατότητα: την εκκένωση των Εβραίων προς Ανατολάς, λύση που υιοθετήθηκε σε συμφωνία με τον φίρερ (…). Η τελική λύση του εβραϊκού ζητήματος θα εφαρμοστεί σε περίπου 11 εκατομμύρια ανθρώπους (…). Στο πλαίσιο της τελικής λύσης του προβλήματος οι Εβραίοι θα μεταφερθούν στην Ανατολή όπου και θα εργαστούν (…). Ένα μεγάλο μέρος θα εκκαθαριστεί φυσικά εξαιτίας της φυσιολογικής ανεπάρκειας (…)». Η κρατική διοίκηση ανέλαβε να διεκπεραιώσει την αποστολή, Τον Ιούνιο του 1942 ο Άϊχμαν ενημέρωσε το υπουργείο Εξωτερικών για το σχέδιο της μαζικής εκτόπισης των Εβραίων της Δυτικής Ευρώπης: της Γαλλίας, της Ολλανδίας και του Βελγίου, και το σχέδιο τέθηκε άμεσα σε εφαρμογή.

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Σαν σήμερα, 14 Ιανουαρίου 1943


Συνδιάσκεψη της Καζαμπλάνκα

Διαλέγοντας την τοποθεσία για να γιορτάσουν (ίσως πρόωρα) την επιτυχία της Επιχείρησης Πυρσός (απόβαση στη Βόρεια Αφρική), ο Ουίνστον Τσόρτσιλ συναντήθηκε με τον Αμερικανό πρόεδρο Ρούζβελτ στην ομώνυμη πόλη του Μαρόκου, για να συζητήσουν σχετικά με την επόμενη φάση του πολέμου.


Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν παρευρέθη στη διάσκεψη, καθώς η μάχη του Στάλινγκραντ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Παρ’ όλα αυτά ασκούσε πιέσεις για το άνοιγμα ενός δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη, που θα ανακούφιζε την πίεση που δέχονταν οι Σοβιετικοί στην Ανατολή. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί η γαλλική διαμάχη ανάμεσα στον στρατηγό Ντε Γκολ και των αρχηγό των στρατευμάτων της Βόρειας Αφρικής, Ανρί Ζιρό, οι οποίοι έριζαν για την θέση του ηγέτη των Ελεύθερων Γάλλων. Παρά την αρχική άρνηση του Ντε Γκολ, η παρουσία του αντιπάλου του στην Καζαμπλάνκα τον έκανε να αλλάξει γνώμη και να παραστεί στη διάσκεψη. Η ένταση μεταξύ των δύο ανδρών κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ήταν εμφανής.


Κάποια απ’ τα θέματα που συζητήθηκαν ήταν η αντιμετώπιση των γερμανικών υποβρυχίων στον Ατλαντικό, η κατανομή στρατιωτικών δυνάμεων και προμηθειών στα διάφορα μέτωπα και ο σχεδιασμός της εισβολής στην Ευρώπη. Οι Βρετανοί ήθελαν να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις στη Μεσόγειο, επιτιθέμενοι στο «μαλακό υπογάστριο» της ηπείρου, την Ιταλία. Ο Ρούζβελτ ήθελε να επιχειρήσει εισβολή μέσω της Μάγχης και να μεταφέρει περισσότερες προμήθειες στον Ειρηνικό, για τις μάχες κατά των Ιαπώνων. Παρ’ όλα αυτά, η ώρα της απόφασης για την εισβολή στη δυτική Ευρώπη δεν είχε έρθει ακόμα. Τελικά επήλθε συμβιβασμός, καθώς ο πρόεδρος των Η.Π.Α συμφώνησε στο σχέδιο απόβασης στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, ενώ ο Τσόρτσιλ στο να επεκτείνει τις επιχειρήσεις των Βρετανών στη Βιρμανία, σε συνεργασία με τις αμερικανικές δυνάμεις.


Επιπλέον, ο πρόεδρος των Η.Π.Α ανακοίνωσε ότι στόχος των Συμμάχων ήταν η άνευ όρων παράδοση του Άξονα. Αυτή η απόφαση θα αποδειχθεί σημαντική αργότερα, προς τα τέλη του πολέμου, όταν θα υπάρξουν σκέψεις για συνθηκολόγηση των Γερμανών στη Δύση, δεδομένης και της στασιμότητας του μετώπου που επήλθε στα τέλη του 1944, με σκοπό την αντιμετώπιση της σοβιετικής προέλασης στα ανατολικά. Η φιλόδοξη αυτή ιδέα βασιζόταν στις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές που υπήρχαν μεταξύ της Ε.Σ.Σ.Δ και των Δυτικών Συμμάχων, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί ρήγμα στην μεταξύ τους (εύθραυστη όπως αποδείχθηκε αργότερα) συμμαχία. Οι ελπίδες αυτές των Ναζί αποδείχθηκαν τελείως ανεδαφικές, καθώς εξέφραζαν τις απόψεις μιας μικρής μειοψηφίας στρατιωτικών και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν, πόσο μάλλον να γίνουν αποδεκτές απ’ τον Χίτλερ. Έτσι, ο διμέτωπος πόλεμος θα συνεχιζόταν, και η άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας θα γινόταν αναπόφευκτη. Η παραπάνω υπόθεση, αν και παρακινδυνευμένη, δεν παύει να είναι ενδιαφέρουσα.


Η διάσκεψη στην Καζαμπλάνκα είχε το κωδικό όνομα «Σύμβολο» (Symbol), κάτι που αποδείχθηκε εκ των υστέρων σημειολογικά εύστοχο, καθώς σήμανε την μετάβαση του τίτλου της παγκόσμιας υπερδύναμης από τη Βρετανία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η διαδικασία είχε ξεκινήσει από την είσοδο των Η.Π.Α στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1943, η έκταση της αμερικανικής δύναμης σε δύο μέτωπα και χιλιάδες χιλιόμετρα εκατέρωθεν των δύο μεγάλων ωκεανών, θα καθιστούσε τις Η.Π.Α κυρίαρχες σε ολόκληρο το συμμαχικό στρατόπεδο. Επίσης, ήταν η τελευταία φορά που ο Βρετανός πρωθυπουργός θα ήταν ικανός να διευθύνει τις κινήσεις της συμμαχίας. Μετά την Καζαμπλάνκα, οι Αμερικανοί θα διαδραμάτιζαν τον κύριο ρόλο μεταξύ των υπολοίπων συμμάχων.