Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Σαν σήμερα, 22 Ιουνίου 1941

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα

Όταν ο σοβιετικός υπουργός εξωτερικών Βιάτσεσλαβ Μολότοφ επισκέφθηκε το Βερολίνο στις 12 Νοεμβρίου 1940, κατάλαβε ότι το καλό κλίμα του συμφώνου Ρίμπεντροπ – Μολότοφ (1939) είχε υποχωρήσει και απαίτησε απ’ τους Γερμανούς να τηρήσουν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους. Με την εμπορική συμφωνία του Ιανουαρίου του 1941 η Σοβιετική Ένωση εξήγαγε πετρέλαιο, σιτηρά και πρώτες ύλες, αλλά η Γερμανία της έστελνε υλικά και όπλα μόνο σποραδικά. Ο Μολότοφ μάλλον θα ένιωσε το εχθρικό κλίμα που σταδιακά αυξανόταν. Η αμοιβαία καχυποψία ήταν δεδομένη προϊόντος του χρόνου και γι’ αυτό και ο Στάλιν πίστευε ότι ο πόλεμος θα ήταν αναπόφευκτος. Με τις παραπάνω συμφωνίες σκόπευε απλώς να κερδίσει κάποιο χρόνο για να ισχυροποιήσει τη θέση του.
Η αναζήτηση του Αδόλφου Χίτλερ για τον ζωτικό χώρο (Lebensraum) του γερμανικού λαού μεταφραζόταν στην επέκταση προς Ανατολάς, δηλαδή την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Η σύγκρουση του ναζισμού με τον κομμουνισμό ήταν αναπόφευκτη, καθώς ο Χίτλερ τον είχε αναγάγει ως τον πρωταρχικό εχθρό στο έργο του «ο Αγών μου». Οι επιτυχίες των Ναζί στη Δύση είχαν δώσει στον Φύρερ αρκετή αυτοπεποίθηση και σε συνδυασμό με τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Κόκκινος Στρατός στη Φινλανδία, οδήγησαν στην υποτίμηση της σοβιετικής στρατιωτικής μηχανής από τους Γερμανούς επιτελείς. Παρ’ όλα αυτά, οι εκτιμήσεις αυτές δεν ήταν τελείως αβάσιμες, καθώς οι Σοβιετικοί δεν ήταν προετοιμασμένοι για πόλεμο εκείνη την περίοδο και ανοργάνωτοι. Ωστόσο, λόγω της (δικαιολογημένης όπως αποδείχθηκε) καχυποψίας του Στάλιν απέναντι στον Χίτλερ, ένα μέρος των σοβιετικών στρατευμάτων στάθμευε στα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών. Επιπλέον, γερμανικά στρατεύματα και εξοπλισμός μετακινούνταν προς τα σύνορα, με την δικαιολογία ότι απομακρύνονταν από την εμβέλεια των βρετανικών βομβαρδιστικών.
Εν τω μεταξύ, ο υπουργός προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς διέσπειρε φήμες με σκοπό να μπερδέψει τον κόσμο σχετικά με τις προθέσεις των Γερμανών. Αν και αυτές οι ενέργειες ήταν εν πολλοίς παρατραβηγμένες, φάνηκε ότι οι Σοβιετικοί «τσίμπησαν», τουλάχιστον κάποιες από αυτές. Ο Χίτλερ δικαιολόγησε στους επιτελείς του τον επερχόμενο πόλεμο ως αποτρεπτικό μέσο κατά της σταδιακά αυξανόμενης δύναμης της Σοβιετικής Ένωσης, της οποίας οι ανεξάντλητοι πόροι θα μπορούσαν στο μέλλον να χρησιμοποιηθούν εναντίον του Ράιχ.
Στο εσωτερικό της χώρας, η γερμανική κυβέρνηση προσπαθούσε να τονώσει το
«πολεμικό» ηθικό του λαού από τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Καθώς οι νίκες στις Κάτω Χώρες και τη Γαλλία ενίσχυσαν το μαχητικό πνεύμα των ανθρώπων, το Βερολίνο προωθούσε την ιδέα νέων, συνεχιζόμενων κατακτήσεων στον γερμανικό λαό. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση καθόρισε τη συναλλαγματική ισοτιμία του Reichsmark με το νόμισμα της κατεχόμενης πλέον Γαλλίας με τέτοιον τρόπο, ώστε να έχει μεγάλη αγοραστική δύναμη. Έτσι, οι στρατιώτες, με τον λιγοστό μισθό τους μπορούσαν να ζουν πολυτελώς στο Παρίσι και να στέλνουν στις οικογένειες τους είδη πολυτελείας. Με αυτό τον τρόπο, ο Χίτλερ διαμόρφωσε την κοινή γνώμη υπέρ ενός νέου πολέμου, στην Ανατολή αυτή τη φορά, ο οποίος θα έφερνε παρόμοιες κατακτήσεις.
Ο προγραμματισμός της εκστρατείας είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίς: οι πρώτες συζητήσεις ανάγονται στο καλοκαίρι του 1940, ενώ η στρατηγική Οδηγία αρ. 21, όπου γινόταν ρητά λόγος για επίθεση στην Ε.Σ.Σ.Δ, εκδόθηκε τον Δεκέμβριο. Ο σχεδιασμός της επιχείρησης υπήρξε αφορμή για έντονες συζητήσεις, καθώς ο Χίτλερ και οι στρατηγοί του δεν συμφωνούσαν ως προς τους στόχους. Οι στρατιωτικοί έδιναν προτεραιότητα στην κατάληψη της Μόσχας, ενώ ο φύρερ επέμενε στη σημασία του Λένινγκραντ και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ουκρανίας. Τελικά, επήλθε συμβιβασμός, καθώς η επίθεση θα αναπτυσσόταν σε τρεις άξονες.
Ο Χίτλερ εξαπέλυσε την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, τα ξημερώματα της 22ης  Ιουνίου του 1941. Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος, καθώς τα σοβιετικά στρατεύματα δεν πίστευαν ότι οι Γερμανοί θα πρόδιδαν το σύμφωνο μη επίθεσης, τουλάχιστον όχι τόσο νωρίς. Παρ’ όλα αυτά και οι Σοβιετικοί είχαν αναπτύξει τις δυνάμεις τους κατά μήκος των συνόρων. Η προέλαση της Ομάδας Στρατιών του Βορρά είχε ως στόχο της το Λένινγκραντ, αυτή του Κέντρου τη Μόσχα και του Νότου τα πετρέλαια του Καυκάσου. Οι τρείς αυτές δυνάμεις αριθμούσαν περίπου 3,5 εκατομμύρια άνδρες, απέναντι σε περίπου 2,8 εκατομμύρια του Κόκκινου στρατού. Επιπλέον, εκστρατευτικά σώματα στάλθηκαν και από άλλες φιλο-αξονικές χώρες, όπως η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Ιταλία και η Κροατία. Ταυτόχρονα, η Φινλανδία εισέβαλλε κι αυτή στη Σοβιετική Ένωση.
Η αρχική έκβαση της εισβολής ήταν ενθαρρυντική για τους ηγέτες στο Βερολίνο. Τα σοβιετικά στρατεύματα ανίκανα να συντονιστούν λόγω του αιφνιδιασμού που υπέστησαν, υποχώρησαν κάτω από την ασφυκτική πίεση του κεραυνοβόλου πολέμου της Βέρμαχτ. Μέσα στους πρώτους τρεις μήνες της επιχείρησης, σημαντικές πόλεις άρχισαν να πέφτουν στα χέρια των Γερμανών. Ωστόσο, οι αρχικές επιτυχίες των Γερμανών δεν συνεχίστηκαν για πολύ ακόμα, καθώς είχαν υποτιμήσει τις δυνατότητες του Κόκκινου Στρατού και δεν είχαν σωστή πληροφόρηση για τις ανεξάντλητες δυνάμεις του. Η τελική έκβαση της μάχης φάνταζε αδιανόητη ακόμα και για τον πιό απαισιόδοξο Γερμανο.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ένα ιστορικό ανέκδοτο: Στις 19 Ιουνίου, ένας Σοβιετικός αρχαιολόγος ανακάλυψε τον τάφου του Ταμερλάνου. Φημολογείται ότι στον τάφου του μεγάλου Μογγόλου κατακτητή ήταν χαραγμένα τα λόγια: «Όταν αναστηθώ απ’ τους νεκρούς, ο κόσμος θα τρέμει». Επίσης, μια άλλη επιγραφή που βρέθηκε στον τάφο έλεγε: «Όποιος ανοίξει τον τάφο μου, θα απελευθερώσει έναν εισβολέα ακόμη πιο τρομερό από εμένα». Δύο μέρες αργότερα, ξεκίνησε η γερμανική εισβολή…  Αληθινή ή όχι, αυτή η ιστορία δεν παύει να είναι ενδιαφέρουσα και γοητευτική.