Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Σαν Σήμερα, 30 Μαίου 1941: Η Νύχτα, που έπεσε η Σβάστιγκα




Ήταν 30 Μαίου 1941. Μόλις είχε φτάσει το μαύρο μαντάτο, ότι η Κρήτη, το τελευταίο ελεύθερο ελληνικό έδαφος, είχε πέσει. Η Αθήνα, η περήφανη πρωτεύουσα, συμπλήρωνε ήδη έναν μήνα Κατοχής.  Η Σβάστιγκα, το πολεμικό σύμβολο των Ούννων, έστεκε αιμοβόρο δίπλα στα μάρμαρα του Παρθενώνα και καταρράκωνε το ηθικό των Ελλήνων.
Η λεβέντικη ψυχή του Ελληνικού Λαού, αυτή που είχε θριαμβεύσει στα δοξασμένα βουνά της Ηπείρου και στα οχυρά της Ελληνοβουλγαρικής Μεθορίου, απαιτούσε να κατέβει το μιαρό σύμβολο των κατακτητών. Αυτή η αμάραντη δόξα έμελλε να βρει τους γνήσιους εκφραστές της στο πρόσωπο δύο νεαρών φοιτητών, του Μανώλη Γλέζου, φοιτητή τότε της ΑΣΟΕΕ και του Απόστολου Σάντα, φοιτητή της Νομικής. Οι δύο νεαροί φοιτητές της Αθήνας δεν υπακούουν στις εντολές κάποιου ,που τους καλεί να διακινδυνεύσουν. Υπακούουν μόνο στην φωνή της συνειδησής τους, που την στιγμή εκείνη τους καλεί να κάνουν πράξη την καθολική απαίτηση των Ελλήνων να κατεβάσουν το εχθρικό σύμβολο από τον Ιερό Βράχο και να το καταστρέψουν.


Σε αυτό το σημείο πιστεύω, πως είναι καλύτερα να αφήσουμε τον ίδιο τον Λάκη Σάντα να μας διηγηθεί πως φτάσαν σε αυτή την ριψοκίνδυνη απόφαση: “Οι μέρες περνούσαν... Είχε περάσει ένας μήνας που κατέλαβαν την Αθήνα και η Κρήτη είχε λυγίσει. Πολεμούσαν ακόμη τα παλικάρια μας μαζί με τους Εγγλέζους σε μερικά σημεία.
Κι έξαφνα ένα δειλινό που ήμαστε στο Ζάππειο και ο ήλιος έγερνε λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης σταθήκαμε και κυττούσαμε. Και τότε... το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη.
Να τι πρέπει να τους κάνομε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρομε. Να την γκρεμίσομε και να την ξεσχίσομε και να πλύνομε έτσι τη βρωμιά από τον Ιερό Βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε. Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ' αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας.
Ήταν πολύ απλό μα και πολύ Μεγάλο. Μια σημαία σήκωσε στις 25 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μια σημαία θα κατεβάζαμε και μεις στις 31 Μαϊου 1941. Συμβολικό το πρώτο, συμβολικό και το δεύτερο. Μια φούχτα άνθρωποι τότε απειλούσαν την Πανίσχυρη Τουρκική Αυτοκρατορία. Δυο παιδιά εμείς, θα προσβάλλαμε το φοβερό τότε Γ΄ Ράιχ. Και βάλαμε σ' ενέργεια αμέσως το σχέδιο.




Πήραμε απ' την Εθνική Βιβλιοθήκη τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια και διαβάσαμε στη λέξη Ακρόπολις. Εκεί είδαμε όλες τις σπηλιές ή τρύπες που έχει ο βράχος της Ακροπόλεως από την εποχή εκείνη και καταλάβαμε ότι μόνον από ένα σπήλαιο -που είναι στο εσωτερικό του βράχου της Ακροπόλεως και λέγεται Πανδρόσειον άντρον" και στο οποίο κατά τη Μυθολογία εκατοικούσε ο ιερός όφις της θεάς Αθηνάς και του πήγαιναν οι ιέρειες του ναού του Παρθενώνα και έτρωγε μηλόπιττες στις εορτές των Παναθηναίων- ότι μόνον απ' αυτήν την τρύπα, που έβγαινε σε ένα βάθρο δίπλα στο Ερεχθείο, θα μπορούσαμε να ανεβούμε στην Ακρόπολη χωρίς να μας δουν οι Γερμανοί φρουροί. Την άλλη μέρα κιόλας πήγαμε και ανεβήκαμε σαν επισκέπτες στην Ακρόπολη και είδαμε πού ακριβώς είναι αυτή η σπηλιά από την οποία θα ανεβαίναμε την νύκτα. Πέρασε κι αυτή η ημέρα και ήλθε η επομένη, η 30ή Μαϊου 1941. Είχαμε ακούσει το βράδυ από το ραδιόφωνο το Λονδίνο που μας είπε ότι η Κρήτη εγκατελείφθη πια.” 






Η επιχείρηση των δύο παλληκαριών γίνεται την νύχτα της 30ης προς 31ης Μαίου 1941, τότε που η αθηναική κοινωνία κοιμάται. Τα δύο ελληνόπουλα αναρριχώνται σαν αίλουροι από την πιο απόκρυμνη πλαγιά της Ακρόπολης( από κει λογικά οι Γερμανοί δεν περίμεναν, ότι μπορεί να σκαρφαλώσει κάποιος) και γρήγορα γρήγορα φθάνουν στον χώρο που κρέμεται η Γερμανική Σημαία. Με γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις  ο ένας από τους δύο σκαρφαλώνει στον ιστό και με μεγάλη δυσκολία λύνει και ρίχνει κάτω την εχθρική σημαία. Έπειτα, οι δύο νέοι, με δάκρυα στα μάτια και έκδηλο ενθουσιασμό, την σκίζουν και την πετούν σε ένα βαθύ πηγάδι που σχηματίζεται στην πλαγιά του Βράχου. Και μετά, φεύγουν όπως ήρθαν χωρίς να γίνουν αντληπτοί από την ανυποψίαστη Γερμανική Φρουρά. Εδώ και πάλι θεωρώ, ότι πρέπει να εμπλουτίσουμε την διήγηση με την προσωπική περιγραφή του Λάκη Σάντα για το Συμβάν: « Επιτέλους βράδιασε. Συναντηθήκαμε με τον Μανώλη και ξεκινήσαμε. Όπλα δεν είχαμε τότε. Είχα πάρει μαζί μου μόνον ένα φαναράκι ηλεκτρικό κι ένα μαχαιράκι. Φτάσαμε. Κάναμε μια βόλτα στα Προπύλαια μέχρι να φτάσει η ώρα 9:30 μ.μ. Τότε είδαμε τους Γερμαναράδες να είναι μαζεμένοι μέσα στο δωμάτιο της εισόδου και να πίνουν κρασί και μπίρες, έχοντας και μερικές κακές Ελληνίδες, απ' αυτές που πουλάν τον έρωτά τους στα Προπύλαια που είχαν το Φρουραρχείο. Ακούγαμε απόμακριά τα κτηνώδη χάχανά τους και τα τραγούδια τους και σφίγγαμε ακόμη περισσότερο τα δόντια μας. Όταν έφτασε η ώρα, κυτταχθήκαμε. Ίσως να μην ξαναβλέπαμε τον ήλιο ν' ανατέλλει. Είναι αλήθεια ότι νιώθαμε ένα δυνατό χτυποκάρδι μα αυτό δεν ακουγόταν παραέξω. Τα στήθη μας τα ελληνικά το πνίγανε. Είναι γλυκός ο θάνατος όταν πεθαίνεις για τα ιδανικά σου. Σ' αυτές τις στιγμές δεν έχεις παρά να θυμηθείς την Ιστορία. Να θυμηθείς τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, να θυμηθείς τον Αθανάσιο Διάκο ή το Μεσολόγγι ή τον πόλεμο της Αλβανίας κι είσαι εντάξει. Σφίξαμε τα χέρια, πηδήξαμε τα σύρματα, μπήκαμε ανάμεσα στα δέντρα. Συρθήκαμε με την κοιλιά και φτάσαμε στη σπηλιά. Μπήκαμε μέσα ψηλαφητά κρατώντας και την αναπνοή μας ακόμη. Αρχίσαμε να σκαρφαλώνομε ως τα μαδέρια της σκαλωσιάς που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για ανασκαφές.
Κάτω μας το βάραθρο άνοιγε το μαύρο του στόμα να μας καταπιεί στο πρώτο ξεγλίστρημα. 40 μέτρα κάτω κατέβαινε η σπηλιά και κατόπιν ανοιγότανε το χείλος ενός ξεροπήγαδου, άλλα καμιά δεκαριά μέτρα. Σιγά-σιγά σκαρφαλώσαμε και κάνοντας μια τελευταία έλξη βγήκαμε στο επάνω βάθρο. Ανεβήκαμε μερικά μαρμάρινα σκαλιά και σηκώσαμε τα κεφάλια μας να δούμε.






Ήταν ένα τέταρτο το φεγγάρι. Και καθώς το ασημένιο του φως έλουζε τα ιερά εκείνα μνημεία του άπαντου της Τέχνης και της Ομορφιάς, νιώσαμε μέσα μας ν' ατσαλώνομε. Είδαμε με τα μάτια της ψυχής μας τους αθάνατους προγόνους μας να στέκονται σιωπηλοί και μεγαλοπρεπείς μες στις χλαμύδες τους τριγύρω μας και να μας κυττάνε ερωτηματικά αν θα κάνομε το καθήκον μας ή όχι. Αν και δεν πολυπιστεύω στο μοιραίο, εν τούτοις εκείνες τις στιγμές νομίζω ότι το μοιραίο της φυλής μας έριξε τον κλήρο σε μας...
Προχωρήσαμε συρτά με την κοιλιά. Μας χώριζαν περίπου 50-60 μέτρα απ' τον κοντό που είχαν τη σημαία τους. Χωριστήκαμε και πηγαίναμε ανάμεσα στα μάρμαρα, πετώντας κάθε τόσο πέτρες μήπως ήταν κανένας Γερμανός σκοπός κρυμμένος. Όταν φτάσαμε κοντά στον κοντό είδαμε την ξύλινη σκοπιά τους. Πετάξαμε πάλι κάνα-δυο πέτρες κι όταν είδαμε ότι ήταν ησυχία σηκωθήκαμε όρθιοι και προχωρήσαμε θαρρετά. Φτάσαμε στον κοντό.
Ψηλά κυμάτιζε η σημαία τους. Λύσαμε το συρματόσχοινο και τραβήξαμε για να την κατεβάσομε. Μα την είχαν μπλέξει στην κάτω άκρη της με τα τρία συρματόσχοινα που στήριζαν τον κοντό. Κρεμόμαστε κι οι δυο για να την κατεβάσομε μα δεν κατέβαινε. Αρχίσαμε τότε με τη σειρά να σκαρφα- λώνομε στον σιδερένιο κοντό για να την φτάσομε και να την κόψομε. Μα ήταν 20 μέτρα ο κοντός και λείος κι ήταν αδύνατο να την φτάσομε. Κουρασμένοι σταθήκαμε για λίγο κι απογοητευτήκαμε, σκεφτόμαστε τι να κάνομε.
Να φύγομε χωρίς την σημαία τους λάφυρο, δεν το σκεφτήκαμε ούτε μια στιγμή. Και μέσα στην ένταση της σκέψης μας, σκεφτήκαμε ότι πρέπει να σπάσομε τα τρία συρματόσχοινα για να μπορέσομε να την κατεβάσομε.
Αρχίσαμε τότε με τα χέρια μας, με τα δόντια μας, με ό,τι μπορούσαμε να προσπαθούμε να ξεκολλήσομε τα συρματόσχοινα απ' τους σκουρασμένους χαλκάδες με τους οποίους κρατιότανε στα γύρω μάρμαρα. Κραυγή ενθουσιασμού μου ξέφυγε όταν έσπασε το πρώτο. Κατόπιν έσπασε και το δεύτερο και μετά το τρίτο. Αμέσως ξεμπλέξαμε τα συρματόσχοινα και τότε το μισητό σύμβολο του φασισμού κατέβηκε. Ήταν μια τεράστια σημαία 4 μ. μήκος και 2 μ. πλάτος. Στη μέση είχε τον αγκυλωτό σταυρό και στην απάνω άκρη τον γοτθικό πολεμικό σταυρό του Κάιζερ.
Με λύσσα την κόψαμε απ' το συρματόσχοινο και την μαζέψαμε. Σχίσαμε από ένα κομμάτι απ' τον αγκυλωτό σταυρό. Την υπόλοιπη την κάναμε ρολό και την πήραμε. Είχαν περάσει τρεις ώρες περίπου απ' την ώρα που είχαμε ξεκινήσει. Το φεγγάρι είχε χαθεί και μαζί μ' αυτό και οι οπτασίες των προγόνων μας ευχαριστημένες. Ο αέρας μας δρόσιζε τα φλογισμένα πρόσωπά μας και μας έφερνε από μακριά τα χάχανα των Γερμαναράδων.
"Α! τώρα γελάστε και τραγουδείστε όσο θέλετε, αύριο το πρωί θα τα πούμε", σκέφτηκα.
Κατεβήκαμε απ' το ίδιο μέρος. Για να την πάρομε μαζί μας ήταν αδύνατο γιατί η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει. Τότε αποφασίσαμε να την κρύψομε μέσα στην ίδια τη σπηλιά, κάτω στο ξεροπήγαδο. Κατεβήκαμε σιγά σιγά μέχρι κάτω, φτάσαμε στο χείλος του ξεροπήγαδου και την πετάξαμε όπως ήταν, τυλιγμένη σε μπόγο, μέσα. Ακούσαμε τον γδούπο της και ησυχάσαμε.
Ανεβήκαμε πάλι και φύγαμε σιγά σιγά, πηγαίνοντας σύρριζα στον τοίχο και προσέχοντας μην συναντήσομε καμιά γερμανική περίπολο. Όταν βρισκόμαστε στη μέση του δρόμου περίπου για το σπίτι μας, μας σταμάτησε ξαφνικά με το πιστόλι στο χέρι ένας Έλληνας αστυνομικός που φύλαγε σκοπός σ' ένα δημόσιο ταμείο.
Στην αρχή σκέφτηκα να του επιτεθώ με το μαχαίρι. Αλλά κατόπιν του μιλήσαμε ευγενικά και θαρρετά και του δώσαμε να καταλάβει ότι πρέπει να μας αφήσει να πάμε στα σπίτια μας χωρίς βέβαια να του πούμε τίποτε για το ζήτημα της σημαίας. Μας άφησε και φύγαμε. Φτάσαμε στα σπίτια μας, καθησυχάσαμε τους δικούς μας που μας περίμεναν γεμάτοι αγωνία μη ξέροντας πού είμαστε. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Και το πρωί ήρθε ο Μανώλης και ανεβήκαμε στην ταράτσα του σπιτιού μου και κυττούσαμε την Ακρόπολη. Μέχρι τις 11 π.μ. της 31ης δεν υπήρχε σημαία στην Ακρόπολη, όπως έλεγαν τώρα τελευταία μετά την απελευθέρωση οι Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως. Η γερμανική φρουρά, η οποία απετελείτο από 20 περίπου άνδρες τα είχε χάσει. Πανικός στο γερμανικό στρατηγείο. Οι κούρσες πήγαιναν κι έρχονταν. Τι έγινε η πολεμική τους σημαία; Ποιος τόλμησε να την πειράξει; Κατά τις 11 η ώρα πήγαν και βάλαν μιαν άλλη στη θέση της πιο μικρή. Με τις απογευματινές εφημερίδες βροντοφωνήσανε οι Γερμανοί τις κυρώσεις τους. Επήραν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα απ' το σιδερένιο κοντό και μας κατεδίκασαν ερήμην σε θάνατο (γιατί δεν μας ήξεραν). Επίσης όλους τους τυχόν συνενόχους μας. Μας επικήρυξαν και με χρηματικό ποσόν. Περιόρισαν τις ώρες κυκλοφορίας των πολιτών και απέλυσαν τον αρχηγό της Αστυνομίας και τους διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιφερείας της Ακροπόλεως.»






Το πρωί οι Αθηναίοι ξυπνούν και κοιτώντας προς τον Ιερό Βράχο , νιώθουν την καρδιά τους να χτυπά δυνατά. Το μισητό σύμβολο δεν υπάρχει πια .Και σε λίγες ώρες ο ενθουσιασμός θα γίνει ελπίδα μαθαίνοντας, ότι δεν πρόκειτα να ένα τυχαίο γεγονός, αλλά ότι υπάρχουν ακόμα Έλληνες, που αντιστέκονται.
Οι Γερμανοί, ντροπιασμένοι από την καταστροφή του εθνικού συμβόλου τους, θα προχωρήσουν σε άμεση κινητοποίηση τις διωκτικές αρχές. Οι δύο άγνωστοι δράστες επικυρήσσονται έναντι αδράς αμοιβής  και αργότερα καταδικάσονται ερήμην σε θάνατο από έκτακτο γερμανικό Στρατοδικείο. Από την οργή των Αρχών Κατοχής δεν θα γλιτώσει ούτε η ίδια η Φρουρά Ακροπόλεως, η οποία καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται αμέσως. Παρόλες, όμως , τις προσπάθειες των Κατακτητών η γνωστοποίηση των στοχείων των δύο δραστών δεν θα γίνει παρά μόνο μετά την Απελευθέρωση. Συγκεκριμένα, ο ελληνικός λαός έπρεπε να περιμένει μέχρι τις 25 Μαρτίου του 1945, ένα μήνα κοντά μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας, για να μάθει σε τότε πρωτοσέλιδο δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη» τα ονόματα και τις φωτογραφίες των δύο παράτολμων νέων, οι οποίοι αν και πέρασαν αρκετές φορές από το κολαστήριο της Γκεστάπο στον οδό Μέρλιν, ποτέ δεν κατορθώθη να αναγνωριστούν ως οι δράστες αυτού του πρώτοι Ραπίσματος στον κατακτητή.





Ο εξευτελισμός της Γερμανικής σημαίας στην Ακρόπολη υπήρξε η πρώτη μεγάλη πράξη εθνικής Αντίστασης στην Κατεχόμενη Ευρώπη και σκόρπισε ρίγη ενθουσιασμού όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλο τον κόσμο, που έμαθε το γεγονός από το ραδιόφωνο. Περίφημη έχει μείνει η δήλωση του Γάλλου Στρατηγού Ντε Γκωλ, ο οποίος είχε αποκαλέσει τον Μανώλη Γλέζο, ως  τον «πρώτο Παρτιζάνο της Ευρώπης».


Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Σαν σήμερα, 20 Μαίου 1944: Η λήξη του Συνεδρίου του Λιβάνου και το "Εθνικό Συμβόλαιο"




                                     


Αναμφίβολα η περίοδος από τον Μάρτιο μέχρι τον Μάιο του 1944 αποτελεί ένα ορόσημο στην πολιτική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος. Το γεγονός, που έγινε ο κινητήριος μοχλός  των μετέπειτα εξελίξεων, ήταν χωρίς καμία διαφωνία  η συγκρότηση εκ μέρους του ΕΑΜ της περίφημης Π.Ε.Ε.Α, της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης στις 10 Μαρτίου του 1944. Αυτή η κίνηση ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια του ΕΑΜ και του ΚΚΕ να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων σε περίπτωση, που δεν καθίστατο εφικτό να σχηματισθεί κυβέρνηση εθνικής ενότητος. Όμως, από την φύση της η λεγόμενη «κυβέρνηση του βουνού» δρούσε ανταγωνιστικά ως προς την εξόριστη κυβέρνηση Τσουδερού, που είχε την έδρα της στην Μέση Ανατολή, αυξάνοντας τους φόβους των αστικών πολιτικών δυνάμεων, καθώς και των Βρετανών, για τις αληθινές πολιτικές προθέσεις της ένοπλης Αριστεράς.
Καταλύτης στην πορεία των γεγονότων προς το Συνέδριο του Λιβάνου αποτέλεσε αναμφίβολα η φιλοΕΑΜική στάση στο στράτευμα της Μέσης Ανατολής, που ξέσπασε στις 4 Απριλίου και συντάραξε τον πολιτικό κόσμο της Αλεξάνδρειας και που οδήγησε άλλωστε στην παραίτηση του πρωθυπουργού Εμμανουήλ Τσουδερού μπροστά στην πίεση των εξεγερμένων. Το κίνημα του Απριλίου μπορεί τελικά να καταπνίγηκε στις 23 του Μήνα από την νέα κυβέρνηση του Σοφοκλή Βενιζέλου μπροστά στις απειλές των Βρετανών και του Τσώρτσιλ προσωπικά , αυτό όμως δεν έλυσε τα υπαρκτά προβλήματα, που αφορούσαν τόσο το πολιτικό, όσο και το πολιτειακό σκέλος της υπόθεσης.



Ήδη, από τις 26 Απριλίου είχε αναλάβει την πρωθυπουργία ένας νεοφερμένος στια υποθέσεις της Μέσης Ανατολής, ο Γεώργιος Παπανδρέου. Ο Παπανδρέου στο παρελθόν είχε υπάρξει επιφανής υποστηρικτής της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Από το 1943, όμως, τα πράγματα είχαν αρχίσει να αλλάζουν αισθητά. Η ήττα των Γερμανών στο Στάλινγκραντ και η συνεχιζόμενη αύξηση της ισχύς του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είχαν μεταβάλει την πολιτική σκέψη του Παπανδρέου. Πίστευε ακράδαντα, ότι το ΕΑΜ αποσκοπούσε  σε μια μεταπολεμική μονομερής κατάληψη της εξουσίας. Έτσι, στο μυαλό του Παπανδρέου προείχε πλέον η συσπείρωση όλων των αστικών δυνάμεων και η αμέριστη υποστήριξη των Συμμάχων, έστω και αν αυτό σήμαινε, ότι έπρεπε να τεθεί στο περιθώριο το ζήτημα της μορφής του μεταπολεμικού πολιτεύματος. Χαρακτηριστικό της σκέψης του Γεωργίου Παπανδρέου αποτελεί ένα υπόμνημα του στις τότε κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Βρετανίας το 1943, όπου αναφέρεται στην ανάγκη μιας “ Σοσιαλιστικής Πανευρώπης”, η οποία θα μπορούσε να ανταγωνιστεί την κοινωνική ακτινοβολία της Σοβιετικής Ένωσης, «εις τρόπον ώστε η Ρωσία να παραμείνει υλική απειλή και όχι ηθική δύναμις, κίνδυνος και όχι προσδοκία»….(«Μόνο μέσα εις την Σοσιαλιστικήν Πανευρώπην, επικουρούμενη από την ηθικήν και υλικήν δύναμιν του Φιλελεύθερου Αγγλοσαξωνισμού, ημπόρει και η Ελλάς να  εύρη το αίσθημα της ασφάλειας της απέναντι του καταθλιπτικού κινδύνου του Κομμουνιστικού Πανσλαβισμού»…)
Η πανεθνική Διάσκεψη με στόχο τον σχηματισμό ενιαίας κυβέρνησης είχε αποτελέσει αντικείμενο πρότασης τόσο του Εμμανουήλ Τσουδερού, όσο και του Σοφοκλή Βενιζέλου. Το ΕΑΜ είχε ανακοινώσει την συμμετοχή του ήδη από τις 6 Απριλίου και οι αστικές δυνάμεις  λίγο αργότερα με μήνυμα του Θεμιστοκλή Σοφούλη, ο οποίος τασσόταν, όμως κατά της διεύρυνσης της κυβερνήσεως με το σκεπτικό, ότι «οποιαδήποτε συμφωνία, ήτις θα δεχθεί ως βάσην την ΠΕΕΑ, θα είναι ουσιαστικά υποταγή στο ΕΑΜ». Στις εργασίες του Συνεδρίου συμμετείχαν εκπρόσωποι από την εξόριστη κυβέρνηση, τα αστικά κόμματα, καθώς και από το σύνολο της Αντίστασης. Ξεχωριστά εκπροσωπήθηκαν το ΕΑΜ, το ΚΚΕ, ο ΕΛΑΣ και η ΠΕΕΑ. Πιο συγκεκριμένα στις διεργασίες του Λιβάνου συμμετείχαν οι κάτωθι:ο  Γεώργιος Παπανδρέου, ως πρόεδρος της Κυβερνήσεως, οι Σοφοκλής Βενιζέλος, Κ. Ρέντης , Γ.Εξηντάρης και Γ. Βασιλειάδης εκ μέρους του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Δ. Λόντος εκ μέρους του Λαικού Κόμματος, ο Σπ. Θεοτόκης εκ μέρους του Εθνικού Λαικού Κόμματος , ο Π. Ρούσσος εκ μέρους του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Γ. Σακαλής εκ μέρους του Προοδευτικού Κόμματος, ο Αλ. Μυλωνάς του Αγροτικού Δημοκρατικού Κόμματος, ο Ι. Σοφιανόπουλος της Ενώσεως Αριστερών, ο Π. Κανελλόπουλος του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος, ο Φ. Δραγούμης ως ανεξάρτητος, οι Α.Σβώλος, Α. Αγγελόπουλος και Ν. Ασκούτσης ως εκπρόσωποι της ΠΕΕΑ, οι Μ. Πορφυρογένης και Δημ. Στρατής από το ΕΑΜ, ο υποστράτηγος Στ. Σαράφης από τον ΕΛΑΣ, ο Αντισυνταγματάρχης Μεταξάς και ο Λοχαγός Μεταξάς από τον ΕΔΕΣ, ο Γ. Καρτάλης εκπρόσωπος της ΕΚΚΑ και τέλος ο υποστράτηγος Κ. Βεντήρης και ο Α. Σταθάτος εκ μέρους των εθνικών δυναμικών οργανώσεων.

Οι εργασίες του Συνεδρίου ξεκινούν στις 17 Μαΐου στο Ντουρ Ελ Σάουερ, ένα σταθμό κοντά στη Βηρυτό. Το κλίμα όμως μεταξύ των συνέδρων, που ήταν ήδη επιβαρυμένο από την προαναφερθείσα στάση του Απριλίου, δηλητηριάστηκε από την γνωστοποίηση ενός φοβερού γεγονότος: Της διάλυσης του Συντάγματος 5/42 της ΕΚΚΑ από τον ΕΛΑΣ στις 17 Απριλίου και της μετέπειτα εκτέλεσης του Συνταγματάρχη Δημητρίου Ψαρρού. Οι Εκπρόσωποι της ΠΕΕΑ για έναν ανεξήγητο λόγο δεν είχαν ενημερωθεί από το ΚΚΕ για αυτό το τρομερό συμβάν. Έτσι, πριν από την έναρξη του Συνεδρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου πλησιάζει τον ανυποψίαστο Αλέξανδρο Σβώλο:

-Πώς πάει ο Ψαρρός;
-Με τα τελευταία νέα, ήταν απολύτως καλά.
Ο Παπανδρέου του κουνάει το τηλεγράφημα, που αναγγέλλει την δολοφονία του αρχηγού της ΕΚΚΑ……….
                                                         
Πρώτος  έλαβε τον λόγο ο Γεώργιος Παπανδρέου, για να παρουσιάσει τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβερνήσεως του. Το μεγαλύτερο μέρος, όμως, του λόγου του το χρησιμοποίησε ως μια επίθεση καταιγίδα έναντι του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Ξεκίνησε από την καταδίκη ως προδοτικής της στάσεως του Απριλίου του 1944 για την οποία άφησε υπόνοιες ως προς την πολιτική της ΠΕΕΑ εναντί τηςֹ «Θα παρακαλέσω τον κ. Σοφοκλή Βενιζέλο, ο οποίος υπήρξε υπουργός των Ναυτικών και πρόεδρος της Κυβερνήσεως κατά τας ημέρας εκείνας, να δώση μίαν πλήρη εικόνα της εγκληματικής στάσεως, η οποία έβλαψε  τον Συμμαχικό αγώνα, εξυπηρέτησε τον εχθρόν και ετραυμάτισε βαρύτατα την τιμή της Ελλάδος..»). Πιο καυστικός, όμως ήταν στο σημείο, που αναφερόταν στο Ελληνικό Αντάρτικο στα βουνά και στην δραματική κατάσταση της Ελληνικής υπαίθρου. Εκεί ο Παπανδέου  περιγράφει με μελανά γράμματα αυτό που ο ίδιος χαρακτήριζε ως βασίλειο της αχαλίνωτης βίας: “Κόλασις είναι σήμερον η κατάστασις της Πατρίδος μας. Σφάζουν οι Γερμανοί, σφάζουν τα Τάγματα Ασφαλείας, σφάζου και οι αντάρτες. Σφάζουν και καίουν…..”. Συνεχίζοντας, ρίχνει στις πλάτες του ΕΑΜ τον βάρος για την έναρξη του εμφυλίου πολέμου λέγοντας, ότι η δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δημιούργησε το πρόσφορο έδαφος για την δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας: “Με την τρομοκρατικήν αυτήν δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ εδημιουργήθη, δυστυχώς, το ψυχολογικόν κλίμα το οποίον επέτρεψεν εις τους Γερμανούς να επιτύχουν εις το τρίτον έτος της δουλείας ότι δεν είχον κατορθώσει κατά τα δύο πρώτα έτη-την κατασκευήν των Ταγμάτων Ασφαλείας , προορισμός των οποίων είναι ο εμφύλιος πόλεμος…”. Ακολούθησε μια ανάλογης προς το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ επιθετικότητας εκ μέρους του Καρτάλη, εκπροσώπου της ΕΚΚΑ και προσωπικού φίλου του Συνταγματάρχη Ψαρρού:( “Νομίζω, ότι πρέπει να εξετάσουμε την όλην υπόθεση του απελευθερωτικού αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ υπό μία μεγαλύτερη και σημαντικότερη όψη.Διατείνομαι αυτήν την σrιγμήν, ότι το ΕΑΜ βαδίζει προς κατάληψιν της εξουσίας και ως εκ τούτου αι συμπτωματικαί δηλώσεις πρέπει να είναι σαφείς. Προτού εισέλθω εις την συστηματικήν ανάλυσιν αυτής της υποθέσεως, νομίζω ότι, πρέπει να υποδιαιρέσωμεν την περίοδον του ανταρτικού αγώνος από απόψεως εκδηλώσεως εις τρεις περιόδους. 
1) Μίαν περίοδον από την δουλείαν μέχρι του Στάλιγκραντ.
2) Μεταξύ Στάλιγκραντ, Φεβρουάριος του 43 και Aύγoυσroς - Σεπτέμβριος του 1943. Αυτή
είναι η περίοδος της εκδηλώσεως των πολιτικών σκοπών του, και
3) Η περίοδος του εκδήλου εμφυλίου πολέμου. “).

Στις δριμείς κατηγορίες έναντι της ένοπλής αντίστασης προσπαθεί  να ανταπαντήσει ο Ρούσσος, εκπρόσωπος του ΚΚΕ. Στην προσπάθεια του όμως αυτή προχωρά σε μια αληθινή αποκήρυξη της στάσεως του Απριλίου:” H Αντίσταση και η αιματηρή πάλη του ελληνικού λαού ξεπερνούν με το ηθικό του ανάστημα την τρέλα των πράξεων μερικών ανευθύνων προσώπων, πράξεις οι οποίες, παρόλο που εμπνέονται από την επιθυμία της εθνικής ενότητας, είχαν λυπηρά και καταστροφικά αποτελέσματα, που πρέπει να καταδικάζονται από όλους..”. H αντιπροσωπεία των κατηγορουμένων, αντί να διακόψει τις διαπραγματεύσεις ή να επιβάλει τον τόνο που απορρέει από τη δύναμη των εντολών που εκφράζει, καταποντίζεται στην άμυνα και εκλιπαρεί ελαφρυντικά.. Έχει σαν αποστολή να επιστρέψει με μια συμφωνία πάση θυσία, αλλά δεν έχει περιθώρια ελιγμών. Ο Σβώλος, που ήταν επικεφαλής της ΠΕΕΑ, βρέθηκε ξαφνικά επιβαρυμένος με τον φόνο του Ψαρρού, που ούτε καν ενημερωμένος δεν ήταν περί αυτού. Η λογική της αντιπαράθεσης, που εκφράζεται στο Συνέδριο από την Αριστερά, είναι μια λογική αποφυγής κάθε είδους πρόκλησης έναντι του αντιπάλου. Μια τέτοια λογική οδηγεί, όμως, μοιραία στην συνθηκολόγηση.

Το σχέδιο, που προτείνεται στους εκπροσώπους της Αριστεράς, έχει σαν κύριο σκοπό τη δίωξη των δυνάμεων της Μέσης Ανατολής. Εδώ το ΕΑΜ πιέζει προς την λύση της μη εκτέλεσης κανενός από τους στασιαστές του Απριλίου μη ξέροντας, όμως, πως οι Εγγλέζοι δεν σκοπεύουν να εκτελέσουν κανέναν, απλά θέλουν να πιέσουν το ΕΑΜ. Το σημαντικότερο σημείο, όμως, του σχεδίου αφορά την συγκρότηση ενός στρατού εθνικού, γεγονός που προυποθέτει την Διάλυση του ΕΛΑΣ.( Σε αυτό το σημείο ας δούμε πως περιγράφει αυτό το γεγονός ένας Βρετανός, ο Christofer Woodhouse στο πολύκροτο βιβλίο του “Το Μήλον της Έριδος” : “Το χάσμα μεταξύ του ΕΛΑΣ και των αντιπάλων του ολοκληρώθηκε, όταν ο ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ συμφώνησαν να ενταχθούν χωρίς όρους στον εθνικό στρατό και ο ΕΛΑΣ αρνήθηκε. Ο Σαράφης δεν κατάφερε  ούτε να επικαλεσθεί το επιχείρημα, ότι τα υπολείμματα της ΕΚΚΑ είχαν ήδη ενταχθεί στα Τάγματα Ασφαλείας. Στηρίχθηκε αδύναμα στη δικαιολογία, ότι ο ΕΛΑΣ δεν μπορούσε να δεχθεί την ενσωματωσή του στον εθνικό στρατό λόγω των στρατιωτικών αξιώσεων των Βρετανών. Όλοι γνώριζαν όμως τον αληθινό λόγο, ότι ο ΕΛΑΣ είχε δηλώσει πίστη σε μια αντίπαλη ελληνική κυβέρνηση…”)  Ένα τέτοιο ντοκουμέντο αντιστοιχεί για την Αριστερά με πραγματική συνθηκολόγηση. Πλέον τα πράγματα είναι πολύ απλά: Ή υπογράφουν και γονατίζουν ή αρνούνται και αποχωρούν. Τελικώς, υπογράφουν με μισή καρδιά την ήττα του ΕΑΜικού κινήματος αφήνοντας απλά το περιθώριο στην ΠΕΕΑ να έχει αυτή το δικαίωμα της τελικής έγκρισης του σχεδίου…

Το κείμενο, που προέκυψε  στις 20 Μαΐου ( το λεγόμενο «Εθνικόν Συμβόλαιον») από το Συνέδριο του Λιβάνου αντηχούσε τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης Παπανδρέου. Το πλήρες κείμενο του Σχεδίου περιελάμβανε τα εξής:

1ον) Ανασύνταξη και πειθάρχηση των ενόπλων ελληνικών Δυνάμεων της Μέσης Ανατολής υπό την σημαία της ελληνικής πατρίδος..
2ον) Ενοποίησις και πειθάρχησις υπό τας διαταγάς της ενιαίας Κυβερνήσεως όλων των αντιστασιακών σωμάτων της Ελευθέρας Ελλάδος καθώς και η κινητοποίηση όλων των μαχόμενων δυνάμεων του Έθνους εναντίον των κατακτητών.
3ον) Κατάργηση της Τρομοκρατίας εις την ελληνική ύπαιθρον και παγίωση της προσωπικής ασφάλειας και της πολιτικής ελευθερίας του λαού, όταν και όπου ο κατακτητής αποσύρεται..
4ον) Συνεχής μέριμνα διά την επαρκή αποστολήν τροφίμων και φαρμάκων εις την υπόδουλον Ελλάδα, επίσης και την ορεινήν…
5ον)  Εξασφάλιση, κατά την προσεχή από κοινού μετά των Συμμάχων απελευθέρωσιν της πατρίδος, της τάξεως και ελευθερίας του ελληνικού λαού, εις τρόπον ώστε, απηλλαγμένος και υλικής και ψυχολογικής βίας, να αποφασίσει κυριάρχως και διά το πολίτευμα και διά το κοινωνικόν καθεστώς και διά την κυβέρνησην της αρεσκείας του…
6ον)Επιβολή σκληρών κυρώσεων κατά των προδοτών της πατρίδος μας και κατά των εκμεταλλευτών της δυστυχίας του λαού μας..
7ον) Πρόνοια διά την άμεσον ικανοποίησιν μετά την Απελευθέρωσιν, των υλικών αναγκών του ελληνικού λαού..
8ον) Πλήρης ικανοποίησις των εθνικών δικαίων..
(Σημείωση: Όπως βλέπουμε, στην Χάρτα του Λιβάνου δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς κανέναν από τα φλέγοντα ζητήματα που αφορούσαν στο πολιτικό σκέλος του προβλήματος. Δεν δίνεται καμία σαφής απάντηση τι μέλλει γενέσθαι με το πολιτειακό ζήτημα, ούτε καν με τον χρόνο εξουσίας της νέας κυβερνήσεως. Τέλος, η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ δεν καταφέρνει να λάβει σαφή απόφαση καταδίκης των Ταγμάτων Ασφαλείας, κάτι που τελικά επιτυγχάνεται λίγους μήνες αργότερα.)
Μετά το πέρας των εργασιών εξεδόθη στην Βηρυτό την 21η Μαίου 1944 το ακόλουθο επίσημο ανακοινωθέν:

“Χθες, 20 Μαίου 1944, ετερματίσθησαν αι συσκέψεις του Εθνικού Συνεδρίου, εις το οποίον έλαβον μέρος οι αντιπροσώποι ολοκλήρου του πολιτικού κόσμου της χώρας και των μαχητικών οργανώσεων. Ο πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου, ωμίλησε τελευταίος. Υπεγράμμισε το εθνικόν πρόγραμμα, το οποίον ομοθύμως εγένετο δεκτόν ως Εθνικός υφ’όλων των μελών. Η συνεργασία της μελλοντικής Πανελληνίου κυβερνήσεως Συνασπισμού θα βασισθεί εις αυτόν τον Χάρτην…..”

To πρώτο κλιμάκιο της νέας κυβέρνησης ορκίστηκε λίγες ημέρες αργότερα, στις 24 Μαίου, στο Κάιρο.  Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Γεώργιος Παπανδρέου και αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Σημαίνοντα στελέχη που έγιναν υπουργοί ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ως υπουργός ανασυγκροτήσεως , ο Γ. Καρτάλης ως υπουργός Τύπου και ο Σ. Θεοτόκης ως υπουργός Επισιτισμού. Κενές έμεινα οι θέσεις των Υπουργείων Οικονομικών, Εθνικής Οικονομίας, Συγκοινωνιών, Γεωργίας και Εργασίας, που επρόκειτο να καταλάβουν οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ.
Η αλήθεια είναι, ότι η ανάκρουση των συμφωνηθέντων στο Λίβανο προκάλεσε θύελλα αγανάκτησης στον κόσμο του Βουνού. Στις 27 Μαίου φτάνει ένα τηλεγράφημα στην αντιπροσωπεία της ΠΕΕΑ, που εκείνη την στιγμή βρισκόταν στο Κάιρο. Σε αυτό καταλεγόταν με ακρίβεια, ότι οι εκπρόσωποι της ΠΕΕΑ είχαν υπερβεί το όριο των εντολών τους. Επίσης, καταφερόταν τόσο εναντίον της παραμονής του Γεωργίου Παπανδρέου στην πρωθυπουργία, όσο και εναντίον των δυσμενών αναφορών του ιδίου έναντι του αντιστασιακού κινήματος. Η κατηγορηματική αποδοκιμασία από πλευράς του Βουνου προκάλεσε την παραίτηση του Αλέξανδρου Σβώλου, για να ανακληθεί τελικά λίγο αργότερα.( « Η απάντηση της ΠΕΕΑ», γράφει ο Στέφανος Σαράφης, «αντιστοιχούσε με διάψευση…Ο πρόεδρος Σβώλος σοκαρισμένος ήθελε να παραιτηθεί.»).

Τελικά, όμως, η Αριστερά μη θέλοντας να κατηγορηθεί για άρνηση των συμφωνηθέντων προχωρά σε αλλαγή της πολιτικής της γραμμής. Με νέο τηλεγράφημα της η ΠΕΕΑ προς την ΕΑΜική αντιπροσωπεία στο Κάιρο δίνει συμβουλές για βελτίωση ης συμφωνίας, στην οποία θα περιλαμβάνονται άμεση επίλυση του πολιτειακού, στην εγκατάσταση τμήματος της Κυβερνήσεως στο Βουνό, στην ανάληψη από την Αριστερά των υπουργείων Εσωτερικών και Στρατιωτικών, καθώς και την άμεση καταδίκη των Ταγμάτων Ασφαλείας…Επίσης, ανακαλεί άμεσα στην Ελλάδα τον Πέτρο Ρούσσο, τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη, καθώς και τον Στέφανο Σαράφη, ο οποίος θα καταθέσει την παραίτηση του από την αρχηγεία του ΕΛΑΣ, η οποία τελικά δεν θα γίνει δεχτή. Για να κλείσουμε αυτό το δύσκολο κεφάλαιο της νεοελληνικής ιστορίας και επειδή εμάς δεν μας αρέσουν οι εύκολοι αφορισμοί και οι γνωματεύσεις, θα καταθέσουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα για το πώς αντιμετώπισαν την πολιτική του Λιβάνου οι αντιμαχόμενες παρατάξεις.
Το πρώτο αφορά την αντίδραση του ίδιου του Άρη Βελουχιώτη σε μια κατ’ ιδίαν συνομιλία του με τον Καπετάν Ερμή στο Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ, μόλις έγιναν γνωστές οι γνωματεύσεις από τον Λίβανο:
-(καπετάν Ερμής) Να φτύσεις πάνω, φτύνεις τα μούτρα σου, να φτύσεις κάτω, φτύνεις τα γένια σου..
( Άρης) ….για μένα, για όλους μας είναι προδοσία. Αργότερα θα μάθουμε ποιος είναι υπεύθυνος. Πρέπει να μάθουμε. Άκου Ερμή, είναι ολοφάνερο. Με τους Γερμανούς σε λίγο ξεμπερδεύουμε. Αλλά για μας δεν θα έχει τελειώσει ο αγώνας. Τώρα πρέπει να αντισταθούμε κατά των Εγγλέζων. Θα κάνουν ότι είναι δυνατόν για να μας καθίσουμε στο σβέρκο.

Το Δεύτερο αποτελεί μέρος από ομιλία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου το 1964, όταν δηλαδή ήταν αρχηγός του κόμματος της ΕΡΕ : “Πιστεύω ακραδάντως, ότι, όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα μέχρι του έτους 1944-΄υστερα από τόσας παραλείψεις και εσφαλμένας ενέργειας( κυριώτερα των εσφαλμένων ενεργειών υπήρξεν η εκ μέρους των Άγγλων ενίσχυσις του ΕΛΑΣ με όπλα, πολεμοφόδια και χρήμα)-, δεν απέμενε, διά να σωθή η Ελλάς, και διά να επιστρέψη εις την γην της το νόμιμον Κράτος, άλλη λύσις από εκείνην, την οποίαν επέλεξεν εις τον Λίβανον ο Γεώργιος Παπανδρέου….”

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Σαν σήμερα, 1η Μαΐου 1944

Η Ματωμένη Πρωτομαγιά του 1944




Η χώρα μας γνώρισε πολλές «ματωμένες» Πρωτομαγιές. Η πρώτη ματωμένη Πρωτομαγιά στην Ελλάδα ήταν αυτή του 1924. Η συγκέντρωση διοργανώθηκε από το Εργατικό Κέντρο Αθήνας στην πλατεία Κοτζιά και πραγματοποιήθηκε παρά την απαγόρευση της κυβέρνησης Παπαναστασίου. Ακολούθησαν επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, με συνέπεια να χάσει τη ζωή του ο εργάτης Σωτήρης Παρασκευαΐδης και δεκάδες άλλοι να τραυματιστούν.
Επόμενος σημαντικός σταθμός ο Μάης του 1936. Οι καπνεργάτες στη Θεσσαλονίκη βρίσκονται από καιρό σε απεργιακές κινητοποιήσεις που πνίγηκαν στο αίμα. Σε μία από αυτές τις κινητοποιήσεις χτυπιέται βάναυσα και πέφτει νεκρός ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Η εικόνα της μάνας που σπαράζει πάνω από το άψυχο κορμί του συγκλονίζει και εμπνέει στον ποιητή Γιάννη Ρίτσο τον Επιτάφιο, που γράφεται μέσα σε μία νύχτα και δημοσιεύεται την επόμενη μέρα στο Ριζοσπάστη της εποχής.
Ημερομηνία-σταθμός όμως για την Πρωτομαγιά στην Ελλάδα η 1η Μαΐου 1944, όταν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής από τα γερμανικά πολυβόλα πέφτουν νεκροί 200 αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, κομμουνιστές.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ : Στις 27 Απριλίου 1944 , στους Μολάους της Λακωνίας, αντάρτες του ΕΑΜ έστησαν ενέδρα σε πομπή τεσσάρων γερμανικών αυτοκινήτων, σκοτώνοντας ένα Γερμανό στρατηγό, τους επιτελείς του και το μεγαλύτερο μέρος της φρουράς του. Τα αντίποινα των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής ήταν σκληρότατα. Ο καταχτητής φρόντισε να κάνει αμέσως γνωστές τις προθέσεις του και με επίσημη ανακοινωσή του μέσω του κατοχικού τύπου και με τοιχοκόλληση από τοίχο σε τοίχο ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος Βάλτερ Σιμάνα έκανε γνωστά τα κάτωθι:
«Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μίας εξ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως ένα Γερμανό στρατηγό και τρεις συνοδούς του αξιωματικούς και ετραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς στρατιώτες. Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν:
1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944.
2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωρίων.
Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί (σ.σ. πρόκειται για ταγματασφαλίτες) εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο στρατιωτικός διοικητής Ελλάδος».
Ιδιαίτερα σκληρές οι προσταγές του Σιμάνα.
Κανείς δεν πήρε αψήφιστα αυτό το έγγραφο, πολύ περισσότερο οι αντιστασιακές οργανώσεις, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, που για μια ακόμη φορά καλούνταν να πληρώσουν βαρύ φόρο αίματος για την επιλογή τους να οργανώσουν τη λαϊκή αντίσταση κατά του κατακτητή. Ετσι, μόλις γνωστοποιήθηκε η παραπάνω ανακοίνωση, ξεδιπλώθηκε μια τεράστια λαϊκή κινητοποίηση για την αποτροπή της σφαγής. «Οι οργανώσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ - λέει ο Θ. Χατζής - κυκλοφόρησαν αμέσως χιλιάδες τρικ και καλούσαν το λαό να σώσουν τους αγωνιστές ομήρους από την εκτέλεση. Σε πολλά εργοστάσια και επιχειρήσεις, οι εργάτες σταμάτησαν τη δουλιά. Στα υπουργεία και τις τράπεζες έγιναν συγκεντρώσεις και με ψηφίσματα προς το Ράλλη και το δήμαρχο απαιτούσαν άμεση επέμβασή τους για τη ματαίωση της σφαγής. Οι φοιτητές και οι σπουδαστές χύθηκαν στους δρόμους με συνθήματα ενάντια στην τρομοκρατία. Επιτροπές παρουσιάζονταν στις αρχές αδιάκοπα όλη τη μέρα. Στις λαϊκές συνοικίες έγιναν συγκεντρώσεις. Πολλές γυναίκες κρατουμένων ομήρων μαζεύτηκαν στη Μητρόπολη. Ο αρχιεπίσκοπος στο διαμέρισμά του ''προσευχόταν'' για τη σωτηρία των ψυχών των μελλοθανάτων. Όταν αργά τη νύχτα εμφανίστηκε μπροστά στις απελπισμένες γυναίκες είπε: ''Δεν μπορώ να κάνω τίποτα και το μόνο που μου απομένει είναι να παρακαλώ το θεό!.."».
Ο Β. Μπαρτζιώτας (γραμματέας της ΚΟΑ του ΚΚΕ) δίνει τη δική του μαρτυρία για την κατάσταση που επικρατούσε εκείνες τις ημέρες: «Στις 29 - 30 Απρίλη 1944, γράφει, γινόταν παράνομα η 4η Συνδιάσκεψη της ΚΟΑ. Εκεί μάθαμε τη διαταγή για την εκτέλεση των 200 αγωνιστών. Η καταπληκτική αυτή είδηση - καθαρή δολοφονία και χιτλερική θηριωδία - κυκλοφόρησε σαν αστραπή στην Αθήνα. Οι πράκτορες των Γερμανών και οι αγγλόφιλοι ρίχνουν κιόλας το δηλητήριό τους:
- Τα βλέπετε; Οι αντάρτες σκοτώνουν τους Γερμανούς και αυτοί αμύνονται...
Διαφορετικά, όμως, σκεφτόταν ο ελληνικός λαός. Οι χιτλερικοί είναι εγκληματίες πολέμου, ήρθαν κατακτητές στην Ελλάδα, ληστεύουν και καταστρέφουν τη χώρα, σκοτώνουν αθώους ανθρώπους... Σ' αυτούς τους εγκληματίες μια απάντηση χωρεί.
- Θάνατος στους χιτλεροφασίστες κατακτητές! Πάλη μέχρι τη νίκη, την απελευθέρωση της Ελλάδας».
Συζητήσαμε στην Επιτροπή Πόλης - λέει Β. Μπαρτζιώτας - τη δυνατότητα να σώσουμε τους 200 συντρόφους μας. Την 1η του Μάη 1944, ο ΕΛΑΣ της Αθήνας ήταν στο πόδι και μαζί του ο λαός της ηρωικής Καισαριανής. Ήταν όμως αδύνατο να χτυπήσουμε τους Γερμανούς, που συγκέντρωσαν μεγάλες δυνάμεις. Οι πρώτες προσπάθειες που κάναμε μάς στοίχισαν πολύ ακριβά... Οι καμπάνες της Καισαριανής χτυπούσαν πένθιμα... και οι σύντροφοί μας έπεφταν ηρωικά από τις φασιστικές σφαίρες. Τραγουδούσαν όλοι μαζί τη Διεθνή, τον Εθνικό Ύμνο και ζητωκραύγαζαν για το ηρωικό ΚΚΕ. Φύγαμε πικραμένοι από τον τόπο του μαρτυρίου, γιατί δεν μπορέσαμε να σώσουμε τους συντρόφους μας. Μερικοί από μας κλαίγανε... δεν πειράζει, το κλάμα για αγαπητούς συντρόφους, που χρόνια ζούσαμε μαζί στην Ακροναυπλία, ξαλαφρώνει την καρδιά... μέσα μας όμως θέριευε η θέληση για αγώνα, να απελευθερώσουμε την πατρίδα, από το μίασμα του χιτλερικού φασισμού, να φκιάσουμε καινούρια Ελλάδα της δουλιάς και τη λευτεριάς».





Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ:
Πρωτομαγιά, 5 το ξημέρωμα. Τραγουδούσαν και χόρευαν οι μελλοθάνατοι, έφτυναν κατάμουτρα το χάρο. Δέκα αυτοκίνητα τους πρόσμεναν με προορισμό το Σκοπευτήριο. Σε χαρτάκια γραμμένα τα στερνά τους λόγια που τα πέταγαν κατά τη διαδρομή (λίγα απ’ τα σημειώματα εκείνων που αψήφησαν το θάνατο δημοσιεύονται κι εδώ).
Στις 10 το πρωί άρχισαν οι πολυβολισμοί που δεν καταλάγιασαν μέχρι τ’ απομεσήμερο. Οι Γερμανοί δέχτηκαν να μη γδυθούν οι εκτελεσμένοι που μεταφέρονταν στον τόπο της εκτέλεσης σε εικοσάδες. Αγγαρέψανε αρκετούς από τη γύρω περιοχή για να κουβαλούν τα άψυχα πτώματα και να τα πετούν στο αυτοκίνητο-σκουπιδιάρα.
Τρεις κλοιοί ήσαν που περίμεναν το Σκοπευτήριο. Στον τόπο εκτέλεσης ήσαν Γερμανοί των Ες-Ες. Έξω ακριβώς γερμανοτσολιάδες και παραέξω αστυφύλακες. Κατά τη μεταφορά των νεκρών με τα πέντε αυτοκίνητα-σκουπιδιάρες οι γερμανοτσολιάδες χόρευαν και τραγουδούσαν «εγώ είμαι ‘γω ευζωνάκι γοργό». Αχ, ρε τιμημένε τσολιά, πώς σου καταντήσανε την άξια στολή σου! Απ’ την άλλη, όμως, τα μάτια πολλών αστυφυλάκων ήσαν βουρκωμένα.
Από τις χαραμάδες των φορτηγών έτρεχε το αίμα. Στο χωμάτινο δρόμο το ρουφούσε η γης, αλλά στην άσφαλτο σχηματιζόταν ένα άλικο αιμάτινο ρυάκι σε μαύρο φόντο. Θυμιάζανε μερικές γυναικούλες κι άλλοι αφήνανε λίγα λουλούδια στις αραδιασμένες αιμάτινες γραμμές. Στο Γ’ Νεκροταφείο προσμένανε διακόσιοι τάφοι για να δεχτούν αυτούς που τραγούδαγαν τον εθνικό ύμνο την ώρα που τους εκτελούσαν. Κι εκεί έτρεξαν λίγοι γνωστοί και συγγενείς, ν’ αφήσουν μερικά λουλούδια και καυτά δάκρυα, σ’ όποιο τάφο βρίσκανε μπροστά τους, αφού δεν υπήρχανε απάνω γραμμένα ονόματα
Ο ΗΡΩΑΣ ΝΑΠΟΛΕΟΝ. ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ:
Την παραμονή της εκτέλεσης, οι δυνάμεις κατοχής πήγαν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, όπου και επέλεξαν τα θύματά τους. Στον κατάλογο των θυμάτων, με τον αριθμό 71, υπήρχε το όνομα του Ακροναυπλιώτη Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Επρόκειτο για ένα νέο άνθρωπο, καλλιεργημένο, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, που όλα αυτά τα χρόνια ήταν η ψυχή των κρατουμένων του στρατοπέδου. Τους εμψύχωνε, τους βοηθούσε στην επικοινωνία με τους δικούς τους ανθρώπους και λόγω του ότι ήταν γνώστης της γερμανικής γλώσσας εκτελούσε και χρέη μεταφραστή για τους συντρόφους του, που ήταν υποχρεωμένοι να έρθουν σε επαφή με τον εχθρό. Τόσο πολύ σπουδαίος ήταν ο Ναπολέων, που είχε υποχρεώσει ακόμη και τους Γερμανούς να τον σέβονται.
Ναπολέων Σουκατζίδης, γράφει ο κατάλογος των μελλοθανάτων στον αριθμό 71. Ναπολέων Σουκατζίδης, ακούγεται από το στόμα εκείνου που έχει το μακάβριο έργο να διαβάσει τα ονόματα των αυριανών νεκρών. Και τότε επεμβαίνει ο διοικητής του στρατοπέδου.
- «Οχι εσύ! Οχι εσύ Ναπολέων! Οχι εσύ!». Αλλά ο Σουκατζίδης δεν ήταν απ' αυτούς που θα μπορούσαν να ζήσουν σε βάρος των άλλων.
Η απάντησή του θα μείνει αιώνιο σύμβολο αυτοθυσίας και ηρωισμού:
- «Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή, με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλο κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!».
Ο εχθρός δεν είχε σκοπό να κάνει τέτοια χάρη. Στο εκτελεστικό απόσπασμα έπρεπε να οδηγηθούν 200 κομμουνιστές. Ο Σουκατζίδης πήρε το δρόμο των συντρόφων του.
Ο Ναπολέων πήρε το δρόμο προς το θάνατο, κερδίζοντας να ζει αιώνια στις καρδιές του ελληνικού λαού σαν ένας από τους ήρωές του.
Οι 200 μελλοθάνατοι κομμουνιστές οδηγήθηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής - στο «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς», όπως το ονόμασε ο λαός αργότερα - το πρωί της Πρωτομαγιάς του '44. Εκεί τους χώρισαν σε εικοσάδες. Στην τελευταία εικοσάδα βάλαν τον Σουκατζίδη, για να μπορέσουν να τον χρησιμοποιήσουν ως μεταφραστή.
Η πρώτη εικοσάδα πήρε θέση απέναντι από τις κάννες των όπλων. Ο επικεφαλής των Γερμανών γύρισε προς τον Σουκατζίδη:
- Ρώτησέ τους αν έχουν τίποτα να πούνε.
Ο Σουκατζίδης μεταφράζει. Και τότε με μια φωνή οι μελλοθάνατοι απαντούν:
- Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η λευτεριά!
Στην επόμενη στιγμή θα τους θερίσουν τα πολυβόλα.



ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΚΤΕΛΕΣΜΕΝΩΝ
Λίγο πριν αντικρίσουν το εκτελεστικό απόσπασμα, κατά τη μεταφορά τους στο Σκοπευτήριο, πολλοί από τους μελλοθάνατους κατάφεραν να γράψουν μερικές λέξεις στα δικά τους αγαπημένα πρόσωπα και να πετάξουν τα σημειώματα στους δρόμους της Αθήνας. Λέξεις γεμάτες ανθρωπιά, πόθο για τη ζωή, λέξεις γεμάτες ιδανικά.
ΛΥΚΟΥΡΙΝΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ 14 χρόνων, από την Καλλιθέα : «Πατέρα, με πηγαίνουν στην Καισαριανή για εκτέλεση με άλλους επτά κρατούμενους. Μη λυπάστε! Πεθαίνω για τη Λευτεριά και την Πατρίδα».
ΑΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΗΛΙΟΣ 22 χρόνων, από την Ηλεία :«Έτσι πεθαίνουν οι τίμιοι αγωνιστές. Πεθαίνω περήφανος. Ζήτω η Λευτεριά! Ζήτω ο ελληνικός λαός!
ΓΛΕΖΟΣ ΝΙΚΟΣ 22 χρόνων, από την Πάρο: «Αγαπητή μητέρα, σας φιλώ. Χαιρετισμούς. Σήμερα πάω για εκτέλεση πέφτοντας για τον ελληνικό λαό».
ΚΙΟΣΕΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ 19 χρόνων, από το Χαλάνδρι :«… Δεν τρέμω καθόλου, αλλά γράφω όρθιος. Αναπνέω για τελευταία φορά το μυρωμένο ελληνικό αέρα. Χαίρε Ελλάδα, πατρίδα ηρώων. Ζήτω η πατρίδα!»
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΗΡΩ 17 χρόνων από την Αθήνα:«Υπομονή κι υπομονή, καρτέρι και καρτέρι, και τούτος ο Σεπτέμβριος τη Λευτεριά θα φέρει».
Σε ένα από τα τετράστιχά της, λίγο πριν εκτελεστεί.
ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ «1-5-44. Αφήνω γεια σε όλους σας. Σας φιλώ όλους. Γεια σας για πάντα. Ζήτω η Ελλάς, ζήτω το ΕΑΜ!»
ΛΙΤΙΝΑΣ ΜΑΝΟΛΗΣ 28 χρόνων, από την Κρήτη: «Σήμερα το πρωί τουφεκιζόμεθα. Πέφτουμε για την πατρίδα, με γέλιο στα χείλη για τη Λευτεριά. Πέφτουμε για τη Λευτεριά. Να είστε περήφανοι».
ΜΑΚΡΗΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Από το Γύθειο :«Έχω πολύ, μα πάρα πολύ θάρρος και αντιμετωπίζω την κατάσταση γελαστός. Να είστε υπερήφανοι. Κρατήστε ψηλά-ψηλά τη σημαία και θάψτε τον αιμοβόρο φασισμό, ξένο και ντόπιο. Το σώμα μας ας γίνει ολοκαύτωμα για τη λαοκρατία, θυσιάζοντάς το στο βωμό της Λευτεριάς».
ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ Δάσκαλος από την Αμαλιάδα:«Πεθαίνω για τη Λευτεριά».
ΜΑΡΙΑΚΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ Γεωπόνος από τα Χανιά:
«Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη Λευτεριά, παρά να ζει σκλάβος».
ΜΠΟΥΡΑΣ ΚΩΣΤΑΣ Από το Μελιγαλά: «… Σας φιλώ όλους. Ζήτω η Ελλάδα!»
ΟΡΦΑΝΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ 19 χρονών : «Αύριο, 16 Ιανουαρίου, θα με τουφεκίσουν. Ζήτω η γλυκιά μας Ελλάδα».
ΡΕΜΠΟΥΤΣΙΚΑΣ ΜΗΤΣΟΣ Από την Αχαγιά Πάτρας :«Αγαπημένοι μου, ο θάνατός μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για την πάλη που γίνεται. Σφίξτε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια από τη νέα δοκιμασία. Έτσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ».
ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΡΟΥΣΟΣ Βουλευτής των Φιλελευθέρων, από τη Νεάπολη της Κρήτης. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση του ΕΑΜ : «… Θα προχωρήσω περήφανος, γιατί γεννήθηκα Έλληνας. Δυστυχώς, το βάρος αυτής της κληρονομιάς δεν το αισθάνονται όλοι. Στρέφομαι σε σας, διαλεχτοί μου για να σας επαναλάβω εκείνο που πολλές φορές σας έλεγα. Η ζωή μου ανήκει στην πατρίδα. Καμιά θυσία δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη όταν γίνεται για την Ελλάδα και καμιά κληρονομιά δεν είναι πιο μεγάλη από εκείνη που αφήνει ένας τίμιος θάνατος για την πατρίδα».
ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Από την Καλλίπολη Θράκης: «Ας μάθει όλη η Ελλάδα πως ούτε στιγμή δεν χάσαμε την πίστη για την τελική νίκη. Καμιά δύναμη δεν θα μπορέσει να τσακίσει το Κ.Κ.Ε. Θα νικήσει!»
ΣΙΡΜΠΑΣ ΚΩΣΤΑΣ 22 χρόνων, από τα Τρίκαλα Θεσσαλίας :«… Έχετε γεια! Ζήτω η Ελευθερία! Ήταν γραφτώ να πεθάνω τον Απρίλη».
ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ ΝΑΠΟΛΕΩΝ Από την Κρήτη (καταγόταν από την Προύσα της Μικράς Ασίας) : «Πατερούλη, πάω για εκτέλεση. Να’ σαι περήφανος για το μοναχογιό σου. Γεια, γεια πατερούλη. Αδελφούλα μου, πάω για εκτέλεση. Σε λάτρεψα πολύ, όσο και τη γυναίκα μου. Δεν μπόρεσα να σας κάνω ευτυχισμένες. Λίγη αγάπη στον μπαμπά, όσο ζει. Γεια, γεια σου λατρευτή μου αδελφούλα».
ΣΙΝΑΝΟΓΛΟΥ ΣΤΑΥΡΟΣ Καταγόταν από τη Μικρά Ασία : «Αγαπημένοι μου γονείς, όταν θα λάβετε την παρούσα επιστολή μου, εγώ δεν θα είμαι πια ζωντανός. Δεν θα κλάψετε για μένα. Δεν θέλω δάκρυα και θρήνους. Εσείς ξέρετε, διότι πάντα σας το έλεγα, ότι εγώ δεν θα πεθάνω άρρωστος στο κρεβάτι, αλλά θα πεθάνω όρθιος, μαχόμενος, και από μπαρούτι. Έτσι και θα γίνει σε λίγες ώρες. Μη στεναχωριέστε καθόλου. Το εναντίον, πρέπει να είστε υπερήφανοι για μένα, που θυσιάζομαι στον αγώνα για τη πατρίδα και την ελευθερία».
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ Από τα Μεγάλα Καλύβια Θεσσαλίας :«Αγαπητέ Νίκο, όταν θα πας στα Τρίκαλα, πέρνα από το χωριό μου και φίλα μου το γέρο μου. Οι κόποι του με έφεραν ως εδώ. Δεν ζηλεύω αυτούς που ζουν, μα αυτούς που θα ζήσουν σ’ ένα κόσμο ελεύθερο».
ΤΣΑΤΣΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ 24 χρόνων, από τη Λάρισα: «Αγαπημένες μου φίλες, συντρόφισσες στον αγώνα για την Ελευθερία, πεθαίνω άξια και τιμημένα, σαν Ελληνίδα. Όμως μη λυπάστε. Άλλες θα ξεφυτρώσουν μετά το θάνατό μου, χιλιάδες. Μανούλα, χάνεις μια κόρη που δεν σου ανήκει, γιατί ανήκει πριν απ’ όλα στην Ελλάδα. Με το θάνατό μου γίνονται κόρες σου όλες οι κόρες της Ελλάδας κι εσύ γίνεσαι μάνα όλου του κόσμου και όλων των λαών που πολεμούν για τη Λευτεριά, τη δικαιοσύνη και την ανθρωπότητα. Είμαι περήφανη, ώστε δεν περίμενα τέτοια τιμή να πεθάνω εγώ, ένα φτωχό κορίτσι του λαού, για ιδανικά τόσο ωραία και υψηλά. Θα ήθελα η εκτέλεση μου να γίνει σ’ ανοιχτό χώρο για να ρίξω μια τελευταία ματιά μου στον Όλυμπο και στα βουνά όπου κατοικεί η αξία κι η ελπίδα της Ελλάδας. Στον τάφο μου φέρνετε, αν μπορείτε, κόκκινα λουλούδια. Τίποτ’ άλλο. Και χτυπάτε με κάθε μέσο τη βαρβαρότητα».
ΤΣΙΡΚΑΣ ΚΩΣΤΑΣ Από την Ήπειρο :«Γεια και χαρά! Σας φιλώ όλους με πολλή αγάπη». «Πρωτομαγιά. Γεια σας όλοι, πάμε για μάχη».
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΗΣΤΟΣ : «Η βραδιά πέρασε όλο με τραγούδια πατριωτικά. Γλυκιά μου μάνα, φεύγω. Το κορμί μου πια δεν υπάρχει. Μην κλαις, ηρωικιά Ελληνίδα. Άσε τα δάκρυα. Γέρο, κουράγιο. Σφίξε τα δόντια. Σπύρο… άγριε! Να κάθεσαι ήσυχα και ξέρε ότι οι τσολιάδες με σκοτώνουν μια, κι ήθελες και συ να γίνεις τέτοιος… Θάρρος, κουράγιο! Πεθαίνω και βλέπω τη Λευτεριά να γλυκοχαράζει».



Ο Ασημάκης Πανσέληνος στο βιβλίο του “Τότε που ζούσαμε” γράφει για την ομαδική αυτή εκτέλεση:
«Τώρα πια ο θάνατος περιφερόταν στους δρόμους με κίτρινη μάσκα, τον νιώθαν οι άνθρωποι πίσω από τα βήματά τους και δε γύριζαν να τον κοιτάξουν… Ο φόβος σήμαινε ενοχή. Είχανε φτάσει οι εχτροί σ’ αυτό το σημείο, να μη μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας. Την πρωτομαγιά 1944 πήραν διακόσους από το στρατόπεδο του Χαϊδαριού και τους σκοτώσαν αράδα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Φορτώσαν τα πτώματα, ζεστά σε καμιόνια και τα περάσαν μέσα από το συνοικισμό, τρέχαν ποτάμι τα αίματα όθε περνούσαν, κι ο κόσμος έκλεινε τα παράθυρα δε βαστούσε να βλέπει. Μερικοί σκοτωμένοι δεν είχαν καλά καλά ξεψυχήσει.»
Και για να κλείσουμε αυτό το αφιέρωμα στους 200 ήρωες της 1ης Μαίου του 1944 θα παραθέσουμε παρακάτω το πώς περιγράφει το «Βδομαδιάτικο Δελτίο της Σκλαβιάς και Πάλης της Αθήνας» την θυσία τους: “1η Μαίου 1944:
Διακόσια παλληκάρια έδωσαν τη ζωή τους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα της Καισαριανής .Ήταν τα θύματα της 4ης Αυγούστου. Οι Ακροναυπλιώτες. Τους είχαν παραδώσει στους Γερμανούς ο Βασιλιάς, φεύγοντας από την Ελλάδα. Δεν μπόρεσε να μην κάνει και αυτήν την προδοσία.
Πέθαναν με τον ίδιο ηρωισμό, με την ίδια αυταπάρνηση που αντιμετώπισαν τα 8 χρόνια της φυλακής τους. Πέθαναν ζητωκραγαύζοντας για την λευτεριά και για την πατρίδα. Με τραγούδια πέρασαν την τελευταία τους νύχτα ανάμεσα σε άλλους κρατούμενους, που τους θαύμαζαν και τους αγαπούσαν. Με τραγούδια αποχαιρέτησαν τα αδέρφια τους στο Χαιδάρι. Τραγουδώντας πέρασαν τους δρόμους μέχρι την Καισαριανή.
Σημειώματα πετούσαν από τα αυτοκίνητα για τους δικούς τους. Τα τελευταία λόγια τους ήταν για την Πατρίδα και την Λευτεριά. Δίνανε κουράγιο και δύναμη σε αυτούς που μένανε πίσω.
Όσοι τους βλέπανε νόμιζαν πως πάνε σε πανηγύρι. Το μίσος για τους δολοφόνους, ο θαυμασμός για τα παλληκάρια αυτά ανακατεύονταν με την θλίψη για τον χαμό τους στην ψυχή του αθηναικού λαού. Όσοι τους παρακολούθησαν ως την τελευταία τους στιγμή είδαν τους ανθρώπους με την απέραντη πίστη στα ιδανικά της Λευτεριάς  που θυσιάζονται για αυτά με την πεποίθηση πως η θυσία τους θα στεριώσει και για τους άλλους. 
Τους έφεραν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Τους χώρισαν σε εικοσάδες. Μια πίσω από την άλλη. Τα αυτοκίνητα περίμεναν πλάι να πάρουν τα πτώματα. Οι πρώτοι πήρανε τις θέσεις τους. Ο Διερμηνέας, ο θρυλικός Ναπολέων Σουκατζίδης, διατάχθηκε:
«Ρωτησέ τους αν έχουν τίποτα να πουν»( Είχαν)
 -Ζήτω η Λευτεριά . Ζήτω η Ελλάς!
 -Τίποτε άλλο;
 -Όχι. Τίποτε άλλο.
Το σύνθημα δώθηκε . Είκοσι Παλληκάρια θερίζονται με μιας……
 -Η δεύτερη εικοσάδα  να προχωρήσει, μεταφράζει ο διερμηνέας και. Γυρίζοντας δακρυσμένος προς το μέρος τους, τους  λέει γλυκά, μαλακά σαν για να τους χαιδέψει για τελευταία φορά….
 -Εσείς φίλοι είναι η διαταγή να φορτώσετε τα πτώματα σε τούτο το αυτοκίνητο…
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Η ματιά τους είχε μια λάμψη…Σιμώνουν στα πεσμένα κορμιά, που σπαράζουν ζωντανά ακόμα τα περισσότερα. Γονατίζουν. Στοργικά παίρνουν το κεφάλι τους στα δυο τους χέρια, το προσκυνούν, το χαιδεύουνε και με όλη τους  την προσοχή και την προφύλαξη τους μεταφέρουνε σαν αρρώστους στο τελευταίο τους κρεβάτι…”

                      Κώστα Βάρναλη :
                 
                   Πρωτομαγιά του 1944
                           (απόσπασμα)

Ήτανε πρώτη του Μαγιού , φως όλα μέσα κι έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλοσύνη)
Που αράδιασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους
Και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,
Όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παλληκάρια.

Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
Μόνο ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’όλους
Κι από το χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.

Κι είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κι έξω