Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Σαν σήμερα, 19 Απριλίου 1943

Η εξέγερση του γκέτο της Βαρσοβίας

Η συγκέντρωση, η καταπίεση, η εξόντωση

Του Νίκου Zάικου*

Μετά την εισβολή των στρατευμάτων της Γερμανίας και τη στρατιωτική κατάληψη της Πολωνίας, η γερμανική ηγεσία αποφάσισε τη βίαιη απομάκρυνση των Πολωνών Εβραίων από τις εστίες τους και τον περιορισμό τους σε ειδικά τμήματα μεγάλων πόλεων, που ονομάστηκαν γκέτο – έναν όρο που αρχικά υποδήλωνε την κλειστή περιοχή, στην οποία ήταν αναγκασμένοι να ζουν οι Εβραίοι κάτοικοι της Βενετίας κατά τον Μεσαίωνα.
Στη Βαρσοβία, ειδικότερα, μείζον πολιτιστικό κέντρο του εβραϊσμού της ανατολικής Ευρώπης, ο εβραϊκός πληθυσμός περιορίστηκε σε ένα γκέτο, το οποίο τον Νοέμβριο του 1940 απομονώθηκε από την υπόλοιπη πόλη με ένα μεγάλο τείχος με συρματόπλεγμα. Ειδική ένοπλη φρουρά έλεγχε έτσι ώστε να τηρείται συνεχώς η απαγόρευση εισόδου και εξόδου με εξαίρεση όσους διέθεταν άδειες εργασίας σε γειτονικά εργοστάσια.

Το μεγαλύτερο
Ηταν το μεγαλύτερο από όλα τα γκέτο της Ευρώπης. Περίπου 350.000 έκπληκτοι και σοκαρισμένοι άνθρωποι, το 30% του συνολικού πληθυσμού της Βαρσοβίας, κλήθηκαν να συγκεντρωθούν σε μια από τις πιο φτωχικές περιοχές της πόλης, που αντιστοιχούσε σε 2,4% της έκτασής της. Στους δρόμους του γκέτο συσσωρεύτηκαν άστεγες οικογένειες και λόγω των αυστηρών περιορισμών στη διακίνηση ατόμων και τροφίμων ο πληθυσμός σύντομα λιμοκτονούσε. Γρήγορα οι έγκλειστοι άρχισαν να υποκύπτουν από την ασιτία και τις επιδημίες σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον.
Μέσα στο γκέτο δόθηκε μάχη για επιβίωση. Οργανώθηκαν υποτυπώδη έστω συσσίτια, φτιάχτηκαν καταλύματα και ιδρύθηκαν σχολεία και ορφανοτροφεία. Κατορθώθηκε να ανοιχτούν κρυφές δίοδοι προς τον ελεύθερο κόσμο για να διακινούνται λαθραία τρόφιμα, συχνά από παιδιά, τυπώνονταν παράνομα έντυπα, διενεργούνταν εμπορικές συναλλαγές, δίνονταν μουσικές συναυλίες. Μια μυστική ομάδα με το όνομα Οϊνεγκ Σάμπες (στα Yiddish: Oyneg Shabbes, Ευτυχία του Σαββάτου), η οποία είχε ως πρωτεργάτη τον ιστορικό και δάσκαλο Εμάνουελ Ρίνγκελμπλουμ, ανέλαβε να καταγράψει τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης στο γκέτο με σκοπό να αποκαλυφθούν οι θηριωδίες των ναζί μετά το τέλος του πολέμου. Τα μέλη της ομάδας άρχισαν να συλλέγουν σχολαστικά κάθε πειστήριο από όσο το δυνατόν περισσότερους έγκλειστους: φωτογραφίες, γράμματα, δελτία τροφίμων, ποιήματα, ταυτότητες, επίσημα έντυπα, συνταγές, σκίτσα, ημερολόγια, παιδικές εκθέσεις, μαρτυρίες ραββίνων, λαθρεμπόρων, καθηγητών, καλλιτεχνών, αστυνομικών… Ηταν μια επικίνδυνη αποστολή, επειδή όποιος συγκέντρωνε στοιχεία σχετικά με τη δράση των γερμανικών στρατευμάτων διέτρεχε τον κίνδυνο να εκτελεστεί.
Καθώς η βία των Γερμανών κλιμακωνόταν, ο Ρίνγκελμπλουμ και οι συνεργάτες του συνειδητοποίησαν ότι πιθανώς δεν θα επιζούσαν. Παρότι ήταν αβέβαιοι για το μέλλον, συνέχισαν το έργο τους, αντιμετωπίζοντας πια τη συλλογή τους ως ένα χρονικό δίωξης, που θα έπρεπε να γίνει γνωστό στον υπόλοιπο κόσμο έτσι ώστε να μη διαπραχθούν άλλες μαζικές θηριωδίες στο μέλλον.

Η ηγεσία του γκέτο, το Εβραϊκό Συμβούλιο (Judenrat), παλινδρόμησε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην προοπτική της συνεργασίας με τους κατακτητές, προκειμένου να εξασφαλιστούν πιο υποφερτές συνθήκες διαβίωσης, ή στην οργάνωση μιας ένοπλης εξέγερσης, που όμως φαινόταν από την αρχή καταδικασμένη στην αποτυχία λόγω της υπεροπλίας των Γερμανών.

Κακουχίες - εκτοπισμοί
Μέχρι τον Ιούλιο του 1942, 100.000 έγκλειστοι είχαν υποκύψει από την κακουχία, ενώ παράλληλα οι Γερμανοί εκτόπισαν άλλα 150.000 άτομα στο γκέτο. Ταυτόχρονα ξεκίνησαν μαζικές εκτοπίσεις με προορισμό, όπως ανακοίνωναν οι ναζί, διάφορα στρατόπεδα εργασίας. Τον ίδιο μήνα, ο Ανταμ Τσερνιακόβ, επικεφαλής του Εβραϊκού Συμβουλίου, διαισθανόμενος τον κίνδυνο, απηύθυνε έκκληση προς τους Γερμανούς να εξαιρέσουν από την εκτόπιση τα παιδιά των ορφανοτροφείων του γκέτο. Το αίτημά του δεν εισακούστηκε και ο Τσερνιακόβ αυτοκτόνησε. Ο ιατρός και υπεύθυνος ενός από τα ορφανοτροφεία, δρ Γιάνους Κόρτσακ, επέμεινε να μπει επικεφαλής στη γραμμή των παιδιών κατά την εκτόπιση. Μέχρι το τέλος της χρονιάς, στο γκέτο είχε φτάσει πια η πληροφορία ότι η πραγματική κατάληξη των εκτοπισμένων ήταν το στρατόπεδο θανάτου Τρεμπλίνκα, όπου, όσοι έφταναν, δολοφονούνταν αμέσως σε θαλάμους αερίων. Σύμφωνα με στοιχεία που αποκαλύφθηκαν μετά τον πόλεμο, μέσα στους επόμενους δύο μήνες, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1942, περίπου 300.000 άνθρωποι είχαν εκτοπιστεί και θανατωθεί στην Τρεμπλίνκα.

Οδομαχίες
Τα νέα για τα εξωφρενικά μαζικά εγκλήματα –και η αδιαφορία των συμμαχικών δυνάμεων– είχαν ως συνέπεια τη δυναμική αντίδραση των αντιστασιακών εβραϊκών οργανώσεων, και την άνοιξη του 1943 στο γκέτο ξέσπασε εξέγερση, που ενισχύθηκε από ορισμένα μέλη της πολωνικής αντίστασης. Προκειμένου να κάμψουν τους πενιχρά οπλισμένους Εβραίους μαχητές, οι Γερμανοί ενισχύθηκαν μεταξύ άλλων με βαριά οπλισμένες μονάδες των SS και Πολωνούς αστυνομικούς. Στις 19 Απριλίου 1943, άρχισαν οδομαχίες που διήρκεσαν περίπου ένα μήνα. Στη συνέχεια, οι Γερμανοί άρχισαν να καίνε το ένα κτίριο μετά το άλλο και από το γκέτο δεν απέμεινε τελικά τίποτα, παρά μόνο χαλάσματα. Ο Ρίνγκελμπλουμ, πρωτεργάτης του αρχείου του γκέτο, συνελήφη τελικά τον Μάρτιο 1944 και εκτελέστηκε με τη γυναίκα και τον γιο του.
Tο γκέτο της Βαρσοβίας δημιουργήθηκε και αφανίστηκε στο πλαίσιο του ναζιστικού προγράμματος μαζικής θανάτωσης των Εβραίων της Ευρώπης, που στην κωδικοποιημένη ναζιστική ορολογία αποκλήθηκε Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος. Για τον σκοπό αυτό, οι Γερμανοί και οι συνεργοί τους έχτισαν στρατόπεδα εξόντωσης, δηλαδή χώρους που σχεδιάστηκαν για τη μαζική εκτέλεση άμαχου πληθυσμού με οργανωμένο και συστηματικό τρόπο, συνήθως σε θαλάμους αερίων. Ο νομομαθής Raphael Lemkin επινόησε έναν νέο νομικό όρο για να περιγράψει το μαζικό έγκλημα: «Γενοκτονία» («genocide», από την ελληνική λέξη «γένος» και το ρήμα της λατινικής «caedere», σκοτώνω).
Η ιστορία του γκέτο της Βαρσοβίας δεν έκλεισε όμως με την καταστροφή του. Τα μέλη της ομάδας Οϊνεγκ Σάμπες αποφάσισαν να κρύψουν το αρχείο τους και λίγο πριν από το τέλος τους, χώρισαν βιαστικά 35.000 τεκμήρια κάθε είδους σε τρία μέρη, τα οποία σκέπασαν βαθιά κάτω από το έδαφος μέσα σε μεταλλικά κουτιά και δοχεία γάλακτος, όπου το αρχείο παρέμεινε για χρόνια.

Τα ιστορικά αρχεία
Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη στρατιωτική ήττα της Γερμανίας, η Βαρσοβία απελευθερώθηκε. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1946, ύστερα από υπόδειξη του Χερς Βάσερ, ενός από τα τρία επιζώντα μέλη της ομάδας, οι Αρχές ανέσυραν προσεκτικά από τα χαλάσματα της οδού Νοβολίπκι 68 ένα μέρος του αρχείου. Το δεύτερο μέρος ανακαλύφθηκε το 1950, ενώ το τρίτο δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα.
Κανείς σχεδόν από τους έγκλειστους του γκέτο δεν ζούσε πια, όμως ο κόσμος θα μάθαινε την ιστορία μέσα από τις μαρτυρίες τους. Ο 19χρονος φοιτητής Ντάβιντ Γκράμπερ είχε συντάξει ένα συνοπτικό βιογραφικό σημείωμά του μαζί με τη διαθήκη του λίγο πριν να θάψει το αρχείο του γκέτο, μαζί με λίγους ακόμη συνεργάτες: «Ο,τι αδυνατούσαμε να φωνάξουμε και να πούμε δυνατά στον κόσμο, το θάψαμε στο έδαφος... Θα ήθελα να δω τη στιγμή που αυτός ο μεγάλος θησαυρός θα ανασυρθεί και θα κραυγάσει την αλήθεια στον κόσμο. Ετσι ο κόσμος θα γνωρίζει τα πάντα. Ετσι, όσοι δεν θα επιζήσουν θα μπορούν να είναι χαρούμενοι και εμείς θα μπορούμε να αισθανόμαστε σαν βετεράνοι με παράσημα στα στήθη μας... Αλλά όχι, σίγουρα δεν θα ζήσουμε για να το δούμε αυτό και γι’ αυτό γράφω την τελευταία βούλησή μου. Μακάρι ο θησαυρός να πέσει σε καλά χέρια, μακάρι να διαρκέσει σε καλύτερους καιρούς, μακάρι να ανησυχήσει και να προειδοποιήσει τον κόσμο για ό,τι συνέβη... στον εικοστό αιώνα... Τώρα μπορούμε να πεθάνουμε εν ειρήνη. Εκπληρώσαμε την αποστολή μας...».
Το 1999, τα Ηνωμένα Εθνη έθεσαν το αρχείο Οϊνεγκ Σάμπες στο Μητρώο της Μνήμης του Κόσμου σε αναγνώριση της μεγάλης αξίας του ως ιστορικού τεκμηρίου σχετικά με ένα από τα κεφάλαια της γενοκτονίας των Εβραίων της Ευρώπης. Σύμφωνα, παραπέρα, με τα λόγια του Ρίνγκελμπλουμ, «πρέπει να δούμε τους εαυτούς μας σαν να μετέχουν σε μια οικουμενική απόπειρα να δημιουργηθεί μια στέρεη δομή αντικειμενικής τεκμηρίωσης που θα λειτουργήσει για το καλό της ανθρωπότητας». Οι φωνές του γκέτο καλούν τη διεθνή κοινωνία όχι μόνο να τηρεί το καθήκον της μνήμης, αλλά και να μην επιτρέψει να επαναληφθούν μαζικές θηριωδίες εις βάρος καμιάς στοχευμένης ομάδας ανθρώπων, παντού και ποτέ.

* Ο κ. Νίκος Ζάικος είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών Φλώρινας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.




Αναδημοσίευση από την Καθημερινή

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Σαν Σήμερα 4 Απριλίου : “Ο Πικρός Απρίλης του 1944: Η Ανταρσία του Ελληνικού Στρατού της Μέσης Ανατολής”


(φωτ. Αιχμάλωτοι Έλληνες στρατιώτες στην Αφρική γιορτάζουν την επέτειο της 25ης Μαρτίου)



Η αρχή του 1944 αποτέλεσε καταλύτη για την μετέπειτα πορεία των ελληνικών υποθέσεων. Το γεγονός ,που έθεσε το πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα διεξαγόταν η μετέπειτα τραγωδία, ήταν αναμφίβολα η ίδρυση εκ μέρους του Ε.Α.Μ της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης ) στις 10 Μαρτίου του 1944 στο χωριό Κορυσχάδες της Ευρυτανίας. Η ΠΕΕΑ λειτουργούσε ουσιαστικά ως ένα είδος «Κυβέρνησης των Βουνών» ανταγωνιστικής ως προς την εξόριστη κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής αρχικά υπό την προεδρία του Ευριπίδη Μπακιρτζή και έπειτα του καθηγητή Αλέξανδρου Σβώλου.
Ο Εμμανουήλ Τσουδερός, πρωθυπουργός της εξόριστης κυβέρνησης του Καΐρου, αντέδρασε προσκαλώντας στη Μέση Ανατολή πολιτικούς από την κατεχόμενη Ελλάδα και τις αντιστασιακές οργανώσεις για διαπραγματεύσεις με σκοπό τη σύσταση ενιαίας κυβέρνησης απορρίπτωντας όμως το ενδεχόμενο εγκατάστασης κλιμακίου της στο βουνό. Τη στιγμή εκείνη, το σύνολο σχεδόν του αστικού πολιτικού κόσμου συμφωνούσε στην αναγκαιότητα να δηλωθεί ξεκάθαρα, ότι η επιστροφή του Βασιλέως Γεωργίου Β’ στην Ελλάδα θα γινόταν μόνο έπειτα από την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, προκειμένου να αποφευχθεί η κλιμάκωση της κρίσης.
Οι εξελίξεις θα λάβουν νέα και επικίνδυνη τροπή με την σοβαρή κρίση, που θα εκδηλωθεί στο στρατό της Μέσης Ανατολής. Η κρίση αυτή θα αποτελέσει το τελικό βήμα για να πεισθούν οι αστοί πολιτικοί για την αναγκαιότητα της μεταξύ τους συνεργασίας εναντίον του ΕΑΜ.


Στα πλαίσια του Στρατού της Μέσης Ανατολής δρούσε μια ισχυρή οργάνωση δημοκρατικών αξιωματικών, που πρόσκεινται στο ΕΑΜ. Ήταν η λεγόμενη ΑΣΟ (Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση). Σύμφωνα με τον ιστορικό Σόλωνα Γρηγοριάδη, ιδρυτής της ΑΣΟ ήταν ο Γιάννης Σαλλιάς, παλαιό στέλεχος του ΚΚΕ, στις 10 του Οκτώβρη του 1941. Όπως γράφει και ο ίδιος ο Γρηγοριάδης (Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, εκδ. polaris, τόμος Α’, σελ. 279 κ.ε.):
Η ΑΣΟ και οι διακλαδώσεις της ΑΟΝ και ΑΟΑ κατόρθωσαν να οργανώσουν σημαντικό αριθμό των στρατιωτών, των ναυτών και των σμηνιτών, καθώς και ένα μικρό αλλά όχι ασήμαντο μέρος υπαξιωματικών και αξιωματικών. Ένα τμήμα τους σοβαρό προσχώρησε βαθμιαία απόλυτα στον κομμουνισμό, περιλαμβάνοντας και μερικούς βαθμοφόρους. Με τον μηχανισμό που συγκρότησε μπορούσε να κινητοποιεί μαζικά τους άνδρες και να εμπνέει φανατισμό και πάθος. Αρχικά απευθυνόταν στους δημοκρατικούς, αλλά ενέταξε τους οπαδούς της σε μια σαφώς αριστερή κατηγορία με την επωνυμία του «αντιφασίστα». (φωτό. Έγκλειστοι Έλληνες σε στρατόπεδα στην Βόρεια Αφρική)
Η δράση της ΑΣΟ υπήρξε πολύ πιο ανοιχτή και απροκάλυπτη από του ΕΑΜ. Έπαιρνε σαφείς, αδιάλλακτες, επιθετικές πολιτικές θέσεις κατά του βασιλιά, της κυβέρνησης, ακόμη και κατά των αστικών δημοκρατικών αντιλήψεων των παλαιοβενιζελικών (…)
Στην τακτική και στρατηγική της η ΑΣΟ χρησιμοποίησε γνήσια επαναστατικές, λενινιστικές μεθόδους. Τα στελέχη της ζούσαν στην εποχή του 1916. Στρέφονταν απευθείας προς τα κάτω, προς τους οπλίτες. Η κινητοποίηση και η μύηση αξιωματικών αποτελούσε δευτερεύοντα σκοπό τη οργάνωσης (…) Στελέχη και οπαδοί της ισχυρής οργάνωσης είχαν νοοτροπία «Ερυθροφρουρών», όπως θα λέγαμε σήμερα»
Στις 31 Μαρτίου 1944 μια ομάδα αξιωματικών του Στρατού, του Ναυτικού και της Αεροπορίας, που πρόσκειντο στην ΑΣΟ, επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό. Του παρουσιάζουν μια αίτηση υπογεγραμμένη από χιλιάδες στρατιώτες, ναύτες και αξιωματικούς, με την οποία ζητούν την παραίτησή του και την συγκρότηση κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας.
Οι εκπρόσωποι της ΑΣΟ επιχειρούν την ίδια μέρα να διαβιβάσουν ένα αντίγραφο της αίτησης στη Σοβιετική Πρεσβεία. Ο πρεσβευτής Νορβόποφ, όμως , αρνείται να τους δεχθεί.
Την πρωταπριλιά του ’44, δυο αξιωματικοί του 2ου Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού, κοντά στην Ηλιούπολη του Καΐρου εμφανίστηκαν στο διοικητή τους και δήλωσαν ότι αυτοί αναγνωρίζουν ως νόμιμη κυβέρνηση μόνο την ΠΕΕΑ, δηλαδή την κυβέρνηση του βουνού. Ακολούθησε συγκέντρωση του Συντάγματος, όπου δήλωσαν υποστήριξη στην ΠΕΕΑ 14 αξιωματικοί και 240 οπλίτες, σε σύνολο 700. Ο διοικητής Μανιαδάκης, προετοιμασμένος, τους συνέλαβε όλους, τους παρέδωσε στους Άγγλους και αυτοί τους έκλεισαν στο στρατόπεδο Μένα κοντά στις πυραμίδες.
Στις 2 Απριλίου ο Υπουργός Ναυτιλίας Σοφοκλής Βενιζέλος μίλησε για την ανάγκη να επιτευχθεί πολιτική κατανόηση με τους αντάρτες και με τις άλλες οργανώσεις «έστω και αν μερικά πρόσωπα θα χρειαστούν να αποσυρθούν, για να διευκολύνουν τα πράγματα..»
Την επομένη μέρα, 3 Απριλίου 1944, ο Εμμανουήλ Τσουδερός παραιτείται και συνιστά στον Βασιλιά τον Υπουργό Ναυτιλίας για διάδοχό του.(Την ίδια μέρα ο απότακτος (για τις στάσεις του ’43) ταγματάρχης Κώνστας κατέλαβε το ελληνικό φρουραρχείο του Καΐρου. Επίσης, παρουσιάστηκαν στον πρωθυπουργό Τσουδερό τρεις συνταγματάρχες και του δήλωσαν ότι στον στρατό και το στόλο ασκούσαν την πραγματική διοίκηση επιτροπές στρατιωτών και ναυτών, μελών του ΑΣΟ.) Ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ από το Λονδίνο, όπου ευρίσκεται, αρνήθηκε να δεχτεί την παραίτηση του πρωθυπουργού και ζήτησε να παραμείνει ο Τσουδερός στο αξίωμά του μέχρι να φθάσει ο ίδιος στην Μέση Ανατολή. Η αξίωση αυτή του Βασιλιά προκάλεσε τις παραιτήσεις του Βενιζέλου και των ηγετών των πολεμικών Υπουργείων.
Σε παράλληλη κλίμακα, οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας εκ μέρους της ΑΣΟ συνεχίζονται στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια. Στις 4 του Απρίλη, η Αιγυπτιακή Αστυνομία αναλαμβάνει δράση απέναντι στους στασιαστές. Συλλαμβάνει 50 περίπου συνδικαλιστές φορτοεκφορτωτές.
Στις 5, η αποσπασμένη μονάδα στην ελληνική διοίκηση αφοπλίζεται. Οι «στασιαστές» στέλνονται σε απομονωμένο μέρος. Οι μεταξικοί αξιωματικοί προσπαθούν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους,αλλά η ΑΣΟ αντιδρά. Δημοκρατικοί Αξιωματικοί και στρατιώτες της 1ης Ταξιαρχίας, που σταθμεύει στην Αλεξάνδρεια συλλαμβάνουν στους αντιπάλους τους και αναλαμβάνουν την διοίκηση. Το κίνημα εξαπλώνεται και στο Ναυτικό. Οι μεταξικοί αξιωματικοί του αντιτορπιλικού « Πίνδος» είτε κλείνονται στα αμπάρια είτε ρίχνονται στην Θάλασσα.
Το παλιό Θωρηκτό «Αβέρωφ» και τρία ακόμα ακολουθούν. Τα 5 πλοία εκλέγουν μια μικρή επιτροπή ναυτών και αξιωματικών, που αναλαμβάνει την διοίκηση. Μερικοί αξιωματικοί, οπαδοί του κινήματος, βρίσκονταν στην ξηρά όταν άρχισε η δράση. Τη νύχτα, με βάρκες συναντάνε τις μονάδες που στασίασαν.
Την επόμενη μέρα, αγγλική αντιπροσωπία έρχεται να συζητήσει με τους στασιαστές της 1ης Ταξιαρχίας. Οι Άγγλοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να στείλουν τα ελληνικά στρατεύματα στο ιταλικό μέτωπο, αν οι συλληφθέντες αξιωματικοί απελευθερωθούν. Το αίτημα των Άγγλων ικανοποιείται τάχιστα. Αλλά το Γενικό Επιτελείο δεν αρκείται σε τίποτε άλλο από τον αφοπλισμό της Ταξιαρχίας.
Η ΑΣΟ έχει το μαχαίρι στο λαιμό και οι συστάσεις για σύνεση ξεπερνιούνται. “Αυτά τα Όπλα θα τα κρατήσουμε. Προορίζονται να σώσουν την πατρίδα. Τα δοξάσαμε στην Αλβανία, τη Μακεδονία, την Κρήτη, το Ελ Αλαμέιν, και δεν θα τα δώσουμε. Να ακυρωθεί η διαταγή και να μας στείλουν αμέσως στο Ιταλικό Μέτωπο.»
Λόγω της επικινδυνότητας των εξελίξεων και λόγω της ασθένειας του Άντονυ Ήντεν , την παρακολούθηση των εξελίξεων από μεριάς των Άγγλων ανέλαβε ο ίδιος ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος είναι εξαρχής υπέρ της τηρήσεως σκληρής στάσεως έναντι των στασιαστών. Οι 4.500 άνδρες της 1ης Ταξιαρχίας τίθενται υπό πλήρη απομόνωση . Σύμφωνα με τις διαταγές του Τσώρτσιλ στον Άγγλο στρατηγό Πέιτζετ ( “ Πριν καταφύγετε εις τα όπλα, θα πρέπει αναμφιβόλως να περιμένετε όπως η έλλειψη εφοδίων δημιουργήση τα αποτελέσματά της εις τον λιμένα και εις το στρατόπεδον…”), κόβεται κάθε είδους ανεφοδιασμός σε τρόφιμα και νερό .
Τα πλοία που έχουν στασιάσει μπλοκάρονται στον κόλπο της Αλεξάνδρειας. ΟΙ συλλήψεις πολιτών πολλαπλασιάζονται .ο Αρχισυντάκτης της εφημερίδας “Έλλην” εξορίζεται στην Αβησσυνία. Η 1η Ταξιαρχία ξεραίνεται μέσα στην έρημο. Η επιτροπή πάλης οργανώνει καθημερινά επιδρομές ανεφοδιασμού στην περιοχή.
Στο μεταξύ, στο κυβερνητικό στρατόπεδο, οι αλλαγές είναι σαρωτικές. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ φθάνει στο Κάιρο στις 10 Απριλίου και τέσσερις μέρες αργότερα διόρισε στην πρωθυπουργία τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Ορκίστηκαν μόνο δύο υπουργοί, ο Τζανακάκης και ο ναύαρχος Ιωάννης Δεμεστίχας. Κατόπιν, ο Βενιζέλος συγκάλεσε σύσκεψη των πολιτικών, που βρίσκονταν στο Κάιρο και στις 21 του μηνός, διόρισε διοικητή του στόλου τον ναύαρχο Π. Βούλγαρη.
Στις 23 του μηνός η κρίση κορυφώνεται, καθώς ο Τσώρτσιλ προειδοποιεί τον Βενιζέλο, ότι αν δεν καταφέρει να δαμάσει την εξέγερση, τότε οι αγγλικές δυνάμεις θα ανοίξουν πυρ.
Το ίδιο βράδυ, ο ναύαρχος Βούλγαρης συγκροτεί μια ομάδα κομάντος 200 ανδρών προκειμένου να ανακαταλάβει τα πλοία, που είχαν στασιάσει. Αρχικά οι ομάδες των κομάντος καταφέρνουν να καταλάβουν δύο μικρά σκάφη, τον «Αποστόλη» και τον «Σαχτούρη». Απομένουν ο «Ήφαιστος» και το « Αβέρωφ». Μέχρι την αυγή η επιτροπή δράσης αντιλαμβάνεται το ανώφελο της συνέχισης του αγώνα. Έτσι, η επιτροπή δράσης αποφασίζει να παραδώσει την διοίκηση του στόλου στον Βούλγαρη. Όταν η 1η Ταξιαρχία μαθαίνει τα καθέκαστα τον λιμένα της Αλεξάνδρειας, αποφασίζει με την σειρά της να καταθέσει τα όπλα. Μερικές μέρες αργότερα, τα στρατεύματα οδηγούνται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στην έρημο της Λιβύης….

Παρά την καταστολή της εξέγερσης, ο Βενιζέλος δεν παραμένει στην πρωθυπουργία. Στις 15 του Απριλίου φθάνει στο Κάιρο ο Γεώργιος Παπανδρέου. Ένθερμος υποστηρικτής της αβασίλευτης Δημοκρατίας παλαιότερα ο Παπανδρέου από το 1943 είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ΕΑΜ αποσκοπούσε στην βίαιη κατάληψη της εξουσίας και ότι ήταν επιτακτική ανάγκη η συσπείρωση των αστικών δυνάμεων, οι οποίες με την βοήθεια των Συμμάχων θα πετύχαιναν να αποτρέψουν αυτό το ενδεχόμενο. Μετά από διαβουλεύσεις, ο Παπανδρέου ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 26 Απριλίου. Αμέσως μετά, έδωσε στην δημοσιότητα τις προγραμματικές του δηλώσεις, οι οποίες έμελλε να ευοδωθούν στο Συνέδριο του Λιβάνου. Σε αυτές περιλαμβάνονταν ο σχηματισμός «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος», η δίκαιη τιμωρία των προδοτών, η ευόδωση των εθνικών διεκδικήσεων , η ανασύνταξη του στρατού και η εξασφάλιση της ελευθερίας του Ελληνικού Λαού.
Η Εξέγερση στις Ένοπλες Δυνάμεις έφερε ανακατατάξεις σε πολλά επίπεδα. Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν η διάλυση των δύο Ταξιαρχιών, ο εγκλεισμός περίπου 9.000 ανδρών σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και η εκκαθάριση των ενόπλων Δυνάμεων από τα αριστερά στοιχεία. Ματαιώθηκε, επίσης, το σχέδιο για την συμβολική είσοδο της 1ης Ελληνικής Ταξιαρχίας στην Ρώμη ως επιβεβαίωσης της ελληνικής συμμετοχής στον συμμαχικό αγώνα. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τελεσίγραφο του Τσώρτσιλ στο Ρούζβελτ, έδειχνε σαν να « έχει απομακρυνθεί από το συμμαχικό στρατόπεδο».
Επίσης , η αστική κυβέρνηση μετά την εκκαθάριση του στρατεύματος από τα φιλοΕΑΜικά στοιχεία, θα προχωρήσει στην δημιουργία συμπαγών και προπάντων νομιμόφρονων στρατιωτικών δυνάμεων. Τέτοια δύναμη, αναμφίβολα, ήταν η 3η Ορεινή Ταξιαρχία υπό τον Θρασύβουλο Τσακαλώτο, η οποία λόγω της συμμετοχής της στην κατάληψη του Ρίμινι στο Ιταλικό Μέτωπο έμεινε γνωστή ως Ταξιαρχία Ρίμινι. Ακόμα, θα διατηρηθεί και ο λεγόμενος Ιερός Λόχος, ο οποίος το 1944 θα αποκτήσει δύναμη συντάγματος. Η επίλεκτη αυτή μονάδα , κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού του 1944 εκτέλεσε επιτυχημένες καταδρομικές επιχειρήσεις σε όλο σχεδόν το Αιγαίο και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απελευθέρωση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου μέχρι και την συνθηκολόγηση της Γερμανίας.
Η σημαντικότερη επίπτωση, πάντως, βρίσκεται στο πολιτικό πεδίο. Η στάση το Απριλίου του 1944 θα αποτελέσει τον καταλύτη στη συσπείρωση των πολιτικών δυνάμεων απέναντι στην πρόκληση του ΕΑΜ. Και στο σημείο αυτό, η παράλληλη επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων της ΕΚΚΑ και ο θάνατος του αρχηγού της, Συνταγματάρχη Ψαρρού, τον Απρίλιο, γεγονότα που θα γίνουν γνωστά στην Μέση Ανατολή με καθυστέρηση, ουσιαστικά ταυτόχρονα με την σύγκληση του Συνεδρίου του Λιβάνου, θα αποτελέσουν το τελευταίο βήμα για την συνένωση των πολιτικών δυνάμεων και την αντιπαράταξη τους στο ΕΑΜ, την στιγμή μάλιστα, που συζητούνταν ο σχηματισμός ενιαίας κυβέρνησης…….


Βιβλιογραφία
· Γρηγοριάδης Σόλων, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, εκδ. polaris, τόμος Α’
· Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΣΤ’
· Eudes Dominigue, Οι Καπετάνιοι, Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1943-1949, 1975
· Woodhouse Christopher Montague, Το Μήλον της Έριδος, 1976

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Σαν σήμερα, 1 Απριλίου 1945



«Ατσαλένιος Τυφώνας»: Η μάχη της Οκινάουα

Η επιχείρηση με τις μεγαλύτερες απώλειες στο μέτωπο του Ειρηνικού

Του Alessio Patalano*

Η μάχη της Οκινάουα ήταν το πιο βίαιο, άγριο και θανατηφόρο αιματοκύλισμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο μέτωπο του Ειρηνικού. Οι αμερικανικές απώλειες ανήλθαν σε 65.000 στρατιώτες, περισσότερες απ’ όσες σε οποιαδήποτε άλλη μάχη του Πολέμου.

Ανάλογες ήταν οι απώλειες και των ιαπωνικών δυνάμεων, στις οποίες θα πρέπει να προστεθούν και 100.000 άμαχοι. Από αυτούς, οι 24.000 ήταν ντόπιοι που εξαναγκάστηκαν να καταταγούν και βρήκαν τραγικό θάνατο στις εβδομάδες που διήρκεσε η σύγκρουση. Στη θάλασσα, η μάχη κράτησε από την 1η Απριλίου έως τις 30 Ιουνίου 1945. Πάνω από 2.500 αεροσκάφη της ιαπωνικής «ειδικής μονάδας κρούσης», ή αλλιώς Τοκοτάι, βύθισαν 36 αμερικανικά πλοία και προκάλεσαν ζημιές σε σχεδόν 400 ακόμη, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 5.000 ναύτες και να τραυματιστούν άλλοι τόσοι.

Στο μέτωπο του Ειρηνικού, τέτοιου μεγέθους απώλειες ήταν πρωτοφανείς και η μάχη έγινε αργότερα γνωστή ως «τυφώνας από ατσάλι», λόγω της αγριότητάς της, αλλά και της εκτεταμένης χρήσης επιθέσεων καμικάζι. Ωστόσο, η Οκινάουα δεν ήταν μόνο ένα μεγάλο μακελειό. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε και τη σύγκρουση όπου φάνηκαν πιο ξεκάθαρα από ποτέ οι αντιφάσεις της ιαπωνικής στρατηγικής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Ματωμένη» στρατηγική στην τελευταία γραμμή άμυνας της Ιαπωνίας
Το καλοκαίρι του 1944, η πλάστιγγα του Πολέμου είχε αρχίσει να γέρνει εναντίον της Ιαπωνίας. Στα χαρτιά, ο Στρατός ήταν σχεδόν άθικτος και το Ναυτικό της διατηρούσε ακόμη πολλά από τα ισχυρότερα θωρηκτά του. Από την άλλη, όμως, η εξωτερική περίμετρος της ιαπωνικής αυτοκρατορίας, η οποία εκτεινόταν από τις νήσους Κουρίλες στη βορειοανατολική Ασία, μέχρι στη Βιρμανία στα νότια, τη Μαλαισία στα νοτιοανατολικά, και τις νήσους Τζίλμπερτ στον Ειρηνικό, είχε αρχίσει να καταρρέει υπό το βάρος της συμμαχικής αντεπίθεσης.


Μέχρι τον Αύγουστο του 1944, οι ήττες στα σύνορα με την Ινδία και τις Μαριάνες νήσους, στον νοτιοδυτικό Ειρηνικό, οδήγησαν το ιαπωνικό Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο για την Κατεύθυνση του Πολέμου, στο να χαράξει μια νέα στρατηγική. Σύμφωνα με αυτήν, προτεραιότητα δόθηκε στην ανάπτυξη του κύριου όγκου των δυνάμεων της χώρας σε τέσσερις περιοχές, τις Φιλιππίνες, την Ταϊβάν, τις ιαπωνικές νήσους και τις Κουρίλες. Αν οι Σύμμαχοι επιτίθεντο σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιοχές, ο ιαπωνικός Στρατός και το Ναυτικό θα διέθεταν όσες δυνάμεις μπορούσαν για να τις υπερασπίσουν, οδηγώντας τον πόλεμο σε μια αποφασιστική σύγκρουση.

Η εισβολή δεν εθεωρείτο αποδεκτή επιλογή και η τελευταία γραμμή άμυνας της Ιαπωνίας αντιμετωπίστηκε ως στάδιο για την τελική επιτυχία.

Επίσης, ο Στρατός ανέπτυξε ένα καινούργιο δόγμα αντιμετώπισης αμφίβιων επιχειρήσεων. Τα μαθήματα που είχαν μάθει έως τώρα, οδήγησαν τους στρατηγούς του στο να αποφεύγουν να αντιπαρατίθενται σε μια απόβαση στις ακτές και να προτιμούν την άμυνα σε βάθος, μέσα στην ενδοχώρα. Η άμυνα θα γινόταν από κινούμενες ομάδες, οι οποίες θα εξαπέλυαν φονικές αντεπιθέσεις από οχυρές και κρυφές τοποθεσίες.

Ο χρόνος και τα μέσα που χρειάζονταν για να τελεσφορήσει μια τέτοια τακτική ήταν πολύ περιορισμένα. Το πνεύμα των μαχητών θεωρήθηκε ως κλειδί για να αντισταθμίσει τις ελλείψεις σε μέσα. Το Πολεμικό Ναυτικό, έχοντας απομείνει με ελάχιστα καύσιμα και επαρκώς εκπαιδευμένους πιλότους, προσέγγισε τη νέα αυτή στρατηγική, διαθέτοντας όλες τις εναπομείνασες δυνάμεις επιφανείας που είχε στην προσπάθεια αποτροπής μιας απόβασης. Στην ανάγκη, θα οδηγούσαν τα θωρηκτά τους στα αβαθή και θα τα χρησιμοποιούσαν σαν χερσαία πυροβόλα εναντίον των συμμαχικών αποβατικών.


Στον πυρήνα της, η νέα στρατηγική ήταν απλή. Ο Αυτοκρατορικός Στρατός θα προσπαθούσε να καταστήσει την κατάληψη των νήσων Ριούκιους και Ογκασαγουάρας (βασικό βήμα για την τελική εισβολή στις ιαπωνικές νήσους) μια υπόθεση με πολύ υψηλό τίμημα. Προβάλλοντας αποτελεσματική αντίσταση σε αυτά τα νησιά, θα επέτρεπε στις δυνάμεις που υπερασπίζονταν την ιαπωνική ενδοχώρα να ενισχύσουν τις άμυνές τους και θα επηρέαζε αρνητικά το ηθικό του εχθρού, αλλά και τη διάθεσή του να πολεμήσει. Οι Ιάπωνες ονόμαζαν τη συγκεκριμένη στρατηγική «Σουκέτσου» (ματωμένη).

Μέχρις εσχάτων
Μόλις εγκρίθηκε η νέα στρατηγική, πολλοί άμαχοι αναγκάστηκαν να εκκενώσουν την Οκινάουα. Επειτα από μια τραυματική αρχή (το πρώτο μεταγωγικό που εγκατέλειψε τα νησιά τορπιλίστηκε από αμερικανικό υποβρύχιο με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 700 μαθητές), η εκκένωση συνεχίστηκε έως τον Μάρτιο του 1945. Μέχρι τότε, περίπου 200 σκάφη είχαν καταφέρει να μεταφέρουν 60.000 παιδιά και 20.000 πολίτες στην ιαπωνική ενδοχώρα, ενώ 60.000 ηλικιωμένοι και παιδιά μετεγκαταστάθηκαν στη νότια Οκινάουα.

Η 32η Στρατιά, η οποία επωμίστηκε την άμυνα των νησιών, δεν ασχολήθηκε καθόλου με όσους έμειναν πίσω. Αντιθέτως, 25.000 πολίτες κατετάγησαν ή επανακλήθηκαν στα όπλα, ενώ κατασχέθηκε το φαγητό. Στόχος ήταν είτε η νίκη, είτε η παράταση της μάχης για όσο το δυνατόν περισσότερο και ο Στρατός ουδέποτε έκρυψε ότι ο σκοπός αυτός ήταν πολύ σημαντικότερος από την προστασία των πολιτών. Ακραίοι κατώτεροι αξιωματικοί εκτελούσαν όσους ντόπιους μιλούσαν τοπικές διαλέκτους, κατηγορώντας τους ως κατασκόπους ή όταν εκείνοι αρνούνταν να εκτελέσουν τις εντολές τους. Εκατοντάδες χωρικοί εξαναγκάστηκαν να πραγματοποιήσουν μαζικές αυτοκτονίες.

Οι αμερικανικές επιχειρήσεις εναντίον της Οκινάουα ξεκίνησαν στις 25 Μαρτίου 1945. Την πρώτη εβδομάδα, μια ναυτική αρμάδα αποτελούμενη από 1.300 πολεμικά σκάφη έβαλε συνεχώς εναντίον της Οκινάουα με σκοπό να καταστείλει τις άμυνές της. Υπολογίζεται ότι μόνο οι κύριες μονάδες επιφανείας του αμερικανικού Ναυτικού έριξαν περίπου 13.000 βλήματα. Στις 7 Απριλίου, ένας στολίσκος ιαπωνικών θωρηκτών που κατευθυνόταν προς την Οκινάουα, υπό την ηγεσία του γιγαντιαίου υπερθωρητκού Yamato, βυθίστηκε στο σύνολό του, από τα συνδυασμένα πυρά 300 αμερικανικών μαχητικών. Οι πρώτες αποβάσεις ξεκίνησαν την 1η Απριλίου και συνάντησαν ελάχιστη αντίσταση. Πράγματι, την πρώτη εβδομάδα, οι Αμερικανοί δεν δέχθηκαν καμία σοβαρή ιαπωνική αντεπίθεση.

Στις 8 Απριλίου, η κατάσταση άλλαξε δραματικά, όταν η 7η και η 96η ταξιαρχία του αμερικανικού Στρατού δέχθηκαν επίθεση από στρατεύματα που αποτελούσαν την πρώτη γραμμή άμυνας των Ιαπώνων. Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα αιματοκύλισμα χωρίς προηγούμενο. Μέχρι τις 21 Ιουνίου 1945, όταν και έπεσε η Οκινάουα, το δύσκολο έδαφος του νησιού (ένα μείγμα ζούγκλας, λόφων και απομονωμένων μικρών ξέφωτων) έγινε το θέατρο ενός αιματηρού πολέμου φθοράς, με ανταλλαγές πυρών από κρυφά ορύγματα και οχυρές τοποθεσίες. Οι Ιάπωνες είχαν διασπείρει τις δυνάμεις τους, μετέτρεψαν κορυφές λόφων σε βασικούς στόχους και είχαν οργανώσει σπηλιές απ’ όπου επιτίθεντο στις αμερικανικές δυνάμεις. Η αμερικανική απάντηση σε αυτές τις τακτικές ήταν η ανατίναξη σπηλιών και ο πυρπολισμός τους με φλογοβόλα. Χιλιάδες άμαχοι πολίτες εξαναγκάστηκαν να γίνουν βομβιστές αυτοκτονίας. Για τους Αμερικανούς, και μόνο η αντιμετώπιση των δυνάμεων που ήταν κρυμμένες σε σπήλαια κόστισε 8.000 ζωές στρατιωτών.

Η καταστροφή
Μόλις τελείωσε η μάχη, η εικόνα καταστροφής στο πεδίο της, ανέδειξε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο προβληματισμού. Αυτό που κατέστησε την Οκινάουα μία από τις πιο σοκαριστικές μάχες του πολέμου ήταν η πεποίθηση της 32ης Στρατιάς ότι η υπεράσπιση του νησιού μέχρι τέλους άξιζε περισσότερο από τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστησαν οι πολίτες του. Στα χρόνια και τις δεκαετίες που ακολούθησαν, η Οκινάουα έγινε σύμβολο αυτής της ανεύθυνης στρατηγικής, η οποία ακολουθήθηκε από έναν στρατό, ο οποίος είχε σταματήσει να πιστεύει ότι είναι καθήκον του να προστατεύει τους αμάχους. Η υπεράσπιση των νήσων του ιαπωνικού αρχιπελάγους είχε γίνει ο υπέρτατος στόχος ενός απελπισμένου συστήματος και οι κάτοικοι της Οκινάουα θυσιάστηκαν μόνο και μόνο για να αποδείξουν πόσο αποφασισμένοι ήταν οι Ιάπωνες.

Στις 6 Ιουνίου 1945, ο αντιναύαρχος Μίρου Οτα, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με την από θαλάσσης υπεράσπιση της Οκινάουα έστειλε ένα μακροσκελές τηλεγράφημα στο Τόκιο και στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Σε αυτό περιγράφει, μεταξύ άλλων, με πολλές λεπτομέρειες τις κακουχίες που υπέστησαν οι ντόπιοι και καταλήγει ως εξής: «Οι κάτοικοι της Οκινάουα πολέμησαν καλά. Ελπίζω ότι στο μέλλον αυτό θα τους αναγνωριστεί». Η μάχη της Οκινάουα είχε τελειώσει, αφήνοντας όμως πίσω της ένα βαθύ σημάδι στον ιαπωνικό κοινωνικό ιστό. Το σημάδι αυτό επηρεάζει ακόμη και σήμερα την περίπλοκη σχέση των ντόπιων με τις αρχές του Τόκιο, αλλά και με τα αμερικανικά στρατεύματα που έχουν τη βάση τους στο νησί.

*Ο Alessio Patalano (alessio.patalano @kcl.ac.uk) είναι λέκτορας στη Σχολή Πολέμου του Πανεπιστημίου King’s College, στο Λονδίνο.


Αναδημοσίευση από την Καθημερινή