Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Σαν σήμερα, 25 Νοεμβρίου 1942


Ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου


«Τη νύχτα της 25ης προς 26η Νοεμβρίου, συμμορία 200 ανδρών ανατίναξε τη γέφυρα του Γοργοποτάμου νοτίως του Λιανοκλαδίου. Η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Αθηνών διεκόπη, κατά πάσαν πιθανότητα, τουλάχιστον για μία εβδομάδα». Αυτά ανέφερε το ολιγόλογο πολεμικό ανακοινωθέν της Ανώτατης Διοίκησης της Βέρμαχτ. Η ανατίναξη της γέφυρας στον Γοργοπόταμο το Νοέμβριο του 1942 υπήρξε γεγονός με πολλαπλή σημασία για την εξέλιξη της Εθνικής Αντίστασης. Η σημασία του στη γενικότερη εξέλιξη του πολέμου ήταν μάλλον μικρότερη απ’ όσο της αποδόθηκε τότε από τη βρετανική προπαγάνδα ή αργότερα από πολλές πλευρές. Η μάχη του Ελ Αλαμέιν, που υποτίθεται ότι επηρεάστηκε άμεσα από την καταστροφή της γέφυρας, είχε ξεκινήσει ένα μήνα νωρίτερα (στις 23 Οκτωβρίου) και είχε κριθεί στις 4 Νοεμβρίου. Οι ιταλογερμανικές δυνάμεις στη βόρεια Αφρική υποχωρούσαν ραγδαία προς την Τριπολίτιδα και οπωσδήποτε δεν ανεφοδιάζονταν πλέον από την Ελλάδα. Η σιδηροδρομική συγκοινωνία εξάλλου αποκαταστάθηκε μέσα σε δύο ή τρεις εβδομάδες. Αντίθετα, η σημασία της ανατίναξης στον πόλεμο της προπαγάνδας των αντιπάλων αλλά και στις μετέπειτα εξελίξεις στην Ελλάδα ήταν απείρως πιο σημαντική.
Στα τέλη του καλοκαιριού του 1942 όλοι οι παράγοντες που θα οδηγούσαν στην επιχείρηση βρίσκονταν ήδη στο προσκήνιο. Ο ΕΛΑΣ, με τον Θανάση Κλάρα-Άρη Βελουχιώτη επικεφαλής, είχε σταθεροποιηθεί στα γειτονικά προς τη σιδηροδρομική γραμμή μέρη και είχε αξιόλογα αναπτύξει τις στρατιωτικές του δυνατότητες. Ο Ζέρβας στην περιοχή της Άρτας πλέον υπήρχε ως διαθέσιμη ένοπλη δύναμη. Η Βρετανική Αποστολή προσγειώθηκε με αλεξίπτωτα το βράδυ στις 30 Σεπτεμβρίου, χωρίς πολλές και μοιραίες περιπέτειες και ξεκίνησε τη δραστηριότητά της με πρώτο στόχο τη σιδηροδρομική γραμμή και δεύτερο την οργάνωση του ελληνικού αντάρτικου με βάση τις βρετανικές ανάγκες.
Με τη βοήθεια της οργάνωσης κατασκοπείας και πληροφοριών «Προμηθέας ΙΙ» οι Βρετανοί είχαν ήδη επεξεργαστεί συγκεκριμένα σχέδια για την πρόκληση σοβαρής ζημιάς στο σιδηροδρομικό άξονα Θεσσαλονίκης-Αθήνας. Τρεις μεγάλες σιδηροδρομικές γέφυρες αποτελούσαν τους πλέον ευαίσθητους στόχους. Έπειτα από επιτόπιες αναγνωρίσεις και συζητήσεις επιλέχθηκε η γέφυρα του Γοργοποτάμου, κοντά στη Λαμία. Η γέφυρα είχε σημαντική ιταλική φρουρά και ως εκ τούτου χρειαζόταν η συνδρομή όσο το δυνατόν περισσότερων ανταρτών. Η συνεργασία των Βρετανών με τον ΕΔΕΣ αλλά και τον ΕΛΑΣ επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων.

Για τις αντάρτικες οργανώσεις η πρόσκληση των Βρετανών για μία τόσο τολμηρή επιχείρηση αποτέλεσε αιφνιδιασμό. Ο Ζέρβας στα Τζουμέρκα επένδυε πολλά στη βρετανική συνδρομή και ως εκ τούτου είχε στενά περιθώρια ελιγμών που τον υποχρέωναν να δεχθεί χωρίς όρους τη ριψοκίνδυνη πρόταση. Για τον ΕΛΑΣ και τον Άρη Βελουχιώτη τα πράγματα ήσαν πιο σύνθετα. Η επιχείρηση θα γινόταν στην περιοχή του, κοντά στα χωριά που είχε ελευθερώσει. Τα αναμενόμενα αντίποινα του στρατού Κατοχής κινδύνευαν να κλονίσουν τις εύθραυστες οργανώσεις του ΕΑΜ. Οι ρυθμοί που επιβάλλονταν δεν ανταποκρίνονταν στη φάση ανάπτυξης του αντάρτικου και στον προγραμματισμό του ΕΛΑΣ. Παρά τους κινδύνους όμως, οι δισταγμοί ξεπεράστηκαν εύκολα και από την πλευρά αυτή και ο νεαρός ΕΛΑΣ έθεσε στη διάθεση της αποστολής τους καλύτερους ανθρώπους του με επικεφαλής τον ίδιο τον Άρη.
Τέλος, από την πλευρά τους οι Βρετανοί κατανόησαν γρήγορα τα προβλήματα που θα δημιουργούνταν από τη συνεργασία τους με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Από τη δική τους οπτική οι κομμουνιστές, όπως και οι μη ελεγχόμενες από τη βρετανική πολιτική οργανώσεις, θεωρούνταν υποψήφιοι κίνδυνοι για τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας. Οι στρατιωτικές ανάγκες τους ανάγκαζαν να βάζουν νερό στο κρασί τους. Αυτό σε καμία περίπτωση δε σήμαινε ότι αποδέχονταν τους αναγκαστικούς αυτούς συμμάχους και ότι σταματούσαν να εργάζονται με κάθε τρόπο εναντίον τους. 

Η αγγλική αποστολή, με επικεφαλής τον ταξίαρχο Μάιερς και υπαρχηγό τον Κρις Γουντχάουζ, αντιλήφθηκε γρήγορα τις πολιτικές και στρατιωτικές παραμέτρους του προβλήματος. Μόλις διαπίστωσε ότι η επιχείρηση δεν μπορούσε να γίνει με μόνες τις δυνάμεις του Ζέρβα, πλησίασε τον ΕΛΑΣ και κανόνισε τους όρους της συνεργασίας των τριών παραγόντων: Αποστόλης, ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ. Στις 14 Νοεμβρίου του 1942 οι εκπρόσωποι των τριών συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο χωριό Βίνιανη της Ευρυτανίας. Το κλίμα της συνάντησης αποδείχθηκε πιο θερμό απ’ ότι περίμεναν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της και, παρά την αρχική επιφύλαξη και διστακτικότητα, συμφωνήθηκαν οι βασικές αρχές της συνεργασίας.
Η δύναμη που διέθετε ο ΕΛΑΣ για την επιχείρηση, σύμφωνα με όλες τις πηγές, αριθμούσε γύρω στους 120 άνδρες, εμπειροπόλεμους –μαχητές της Αλβανίας- στην πλειονότητα τους. Ο ΕΔΕΣ συνεισέφερε 50 άνδρες, ενώ η εγγλέζικη στρατιωτική αποστολή προσέθεσε τους δικούς της αξιωματικούς και ειδικευμένους σαμποτέρ, συνολικά 12 άνδρες. Καθώς υπήρχαν φυλάκια και φρουρά στις δύο άκρες της γέφυρας, έπρεπε πρώτα να δοθεί μάχη ώστε να εξουδετερωθούν οι εχθρικές δυνάμεις και να μπορέσουν οι σαμποτέρ να υπονομεύσουν ακίνδυνα τα βάθρα της γέφυρας. Το σχέδιο που επιλέχθηκε προέβλεπε νυχτερινή επίθεση 60 ανταρτών του ΕΛΑΣ στο νότιο βάθρο της γέφυρας, όπου υπήρχε και η ισχυρότερη δύναμη της, ενώ ταυτόχρονα δύναμη 30 ανδρών του ΕΔΕΣ θα κτυπούσε το βόρειο βάθρο. Με την πτώση των φυλακίων θα ξεκινούσε η υπονόμευση. Άλλες ομάδες, του ΕΛΑΣ κυρίως, ανέλαβαν τη δημιουργία ενεδρών στη σιδηροδρομική γραμμή με τρόπο ώστε να εμποδίσουν την έλευση ενισχύσεων του εχθρού. Τέλος, μια δύναμη κρατήθηκε ως εφεδρεία με επικεφαλής τον Νικηφόρο. Η επέμβαση αυτής της δύναμης στα κρίσιμα σημεία της μάχης υπήρξε καθοριστική.
Ώρα έναρξης της επιχείρησης ορίστηκε στις 23.00, μία ώρα πριν τα μεσάνυχτα. Παρ’ όλο που η φρουρά της γέφυρας αντιστάθηκε ελάχιστα και τράπηκε προς κάθε κατεύθυνση, η όλη επιχείρηση διήρκεσε περίπου πέντε ώρες. Η προσπάθεια αποστολής ιταλικών ενισχύσεων από τη Λαμία αποκρούστηκε και η καθυστέρηση στην κατάληψη του βορείου βάθρου ξεπεράστηκε με την επέμβαση της εφεδρείας. Οι Βρετανοί μπόρεσαν έτσι να δουλέψουν με την ησυχία τους και οι ανατινάξεις που ακολούθησαν κατέστρεψαν τους κίονες στήριξης και τα τόξα της γέφυρας. Ο θόρυβος της μάχης και ο ορυμαγδός των εκρήξεων ακουγόταν καθαρά στη Λαμία, της οποίας οι κάτοικοι σαστισμένοι αναρωτιούνταν για το τι ακριβώς συμβαίνει, όπως μάλλον έκανε και η ιταλική φρουρά της πόλης που δεν είχε συνηθίσει σε τέτοιες περιπέτειες σε έδαφος κατεχόμενο και καλά φυλασσόμενο.

Η βρετανική προπαγάνδα, μέσω του BBC, έδωσε ιδιαίτερη λάμψη στην επιτυχία Βρετανών και Ελλήνων. Τόνισε τη συμμετοχή του Ζέρβα και του ΕΔΕΣ, ξέχασε όμως να αναφέρει τον Άρη και τους δικούς του αντάρτες. Οι κατακτητές, παρασυρόμενοι ίσως από τη βρετανική εκδοχή αλλά και θεωρώντας πολύ πιο επικίνδυνο έναν παρτιζάνο αρχηγό συνδεδεμένο με τις βρετανικές αποστολές, επικήρυξαν τον Ζέρβα. Η συμμετοχή του ΕΛΑΣ παρέμεινε για λίγο άγνωστη στον κόσμο, προκαλώντας ακόμη και τις απορίες της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στην Αθήνα.
Παρά το μονομερή τρόπο παρουσίασης των πραγμάτων, η ανατίναξη της γέφυρας ευνόησε τελικά τον ΕΛΑΣ. Η συμμετοχή σε μια μεγάλη –και πετυχημένη- στρατιωτική επιχείρηση, στο πλευρό των Βρετανών, ήταν τα καλύτερα διαπιστευτήρια για έναν αντάρτικο στρατό που οι συντηρητικοί, στην Αθήνα και την επαρχία, θεωρούσαν ελεγχόμενο από το ΚΚΕ και προορισμένο αποκλειστικά και μόνο για την επανάσταση. Επιπλέον, ο πολύς κόσμος στην ύπαιθρο διαπίστωσε ότι ενάντια στους Ιταλούς τα πάντα ήταν δυνατά. Η αξιοπιστία των ανταρτών ενισχύθηκε όπως και ο δρόμος του ένοπλου αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας. Το γεγονός μάλιστα ότι οι Ιταλοί δεν προέβησαν στα καταστροφικά αντίποινα κατά των χωριών που όλοι περίμεναν, ενίσχυσε την εμπιστοσύνη στους αντάρτες.

Η επιχείρηση πάντως αυτή ήταν η πρώτη και η μόνη όπου οι τρεις ισχυροί παράγοντες της Αντίστασης, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ο Ζέρβας και οι Βρετανοί, πολέμησαν μαζί τον εχθρό. Μετά τη μάχη οι Βρετανοί σύνδεσμοι ακολούθησαν τον Ζέρβα χωρίς να αφήσουν σύνδεσμο κοντά στον ΕΛΑΣ. Οι προτιμήσεις ήταν δεδομένες, όπως και οι πραγματικές προσπάθειες υπονόμευσης του ΕΛΑΣ και απόσπασης μαχητών και στελεχών του. Τα γεγονότα πήραν το δρόμο τους.

Στα μετά τον πόλεμο χρόνια η επιχείρηση στον Γοργοπόταμο απέκτησε επετειακή λειτουργία, από την Αριστερά κατ’ αρχάς, σε ετήσιες εκδηλώσεις που, όπως αποδείχθηκε το 1964, ενείχαν κινδύνους (έκρηξη νάρκης στη διάρκεια της τελετής προκάλεσε πάμπολλα θύματα), από το επίσημο κράτος στα μετά τη μεταπολίτευση χρόνια. Αν και δεν ήταν η κορυφαία πράξη της Αντίστασης, η επιχείρηση θεωρήθηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη συμβολική και άξια να γιορτάζεται επίσημα. Η ενότητα που επικράτησε σε αυτή, για τεχνικούς έστω λόγους, ήταν –και είναι- το στοιχείο που κατέστησε τη μνήμη της σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.
 
Στέλιος Κουτρουβίδης, «Ο Γοργοπόταμος», Ε-Ιστορικά (208), 2003.