Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Σαν σήμερα, 23 Οκτωβρίου 1942

Αρχίζει η «δεύτερη» μάχη του Ελ Αλαμέιν.

Στο μέτωπο της Βόρειας Αφρικής, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για τους Συμμάχους. Μετά την κατάληψη του Τομπρούκ στις 20 Ιουνίου, ο Ρόμελ συνέχισε την προέλαση του στην Αίγυπτο φτάνοντας στο Ελ Αλαμέιν, σχεδόν 100 χιλιόμετρα μακριά απ’ την Αλεξάνδρεια. Εκεί οι Βρετανοί, υπό της οδηγίες του Όκινλεκ σταμάτησαν τις γερμανικές δυνάμεις. Το μέτωπο είχε σταθεροποιηθεί.

Στις 13 Αυγούστου 1942, ο Μπέρναρντ Μοντγκόμερι έφτασε στη Βόρεια Αφρική για να αναλάβει τη διοίκηση της βρετανικής 8ης Στρατιάς, ύστερα απ’ το θάνατο του στρατηγού Γκότ, που αρχικά προοριζόταν να αντικαταστήσει τον Όκινλεκ.

Ο Μοντγκόμερι αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα, καθώς εκτός απ’ τις διοικητικές δυσλειτουργίες, ανάμεσα στα στρατεύματα κυριαρχούσε κλίμα ηττοπάθειας και απαισιοδοξίας σχετικά με την έκβαση του πολέμου. Προσπάθησε λοιπόν να ανυψώσει το ηθικό των δυνάμεων του εμπνέοντας εμπιστοσύνη και να δώσει νέα ώθηση σ’ έναν αποκαμωμένο στρατό. Εγκαταλείποντας τα σχέδια για υποχώρηση, άρχισε να σχεδιάζει την επίθεση που θα ανάγκαζε τον Ρόμελ να υποχωρήσει. Έδωσε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες της αναδιοργάνωσης και του ανεφοδιασμού των στρατευμάτων του.

Ο Ρόμελ, θέλοντας να προλάβει την αναδιοργάνωση των Βρετανών εξαπέλυσε επίθεση στις 30 Αυγούστου στη θέση Άλαμ Χάλφα, όμως απέτυχε και η γερμανική προέλαση σταμάτησε οριστικά λόγω και των σοβαρών προβλημάτων στις γραμμές ανεφοδιασμού, δίνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων στους Συμμάχους, οι οποίοι είχαν σημαντικό αριθμητικό πλεονέκτημα και επιπλέον τη δυνατότητα να γνωρίζουν τις κινήσεις του εχθρού λόγω της αποκρυπτογράφησης του κωδικού Enigma. Οι Γερμανοί αναδιπλώθηκαν κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου αλλά οι Βρετανοί δεν πέρασαν κατευθείαν στην αντεπίθεση, καθώς ο Μοντγκόμερι θα περίμενε έξι εβδομάδες μέχρι να εξαπολύσει την τελική επίθεση.

Έχοντας συγκεντρώσει περίπου 230.000 χιλιάδες άντρες, 1.200 άρματα μάχης και άλλα τόσα αεροπλάνα, εναντίον 100.000 περίπου στρατιωτών του Άξονα, με 500 άρματα και ισάριθμα αεροσκάφη, η κυριαρχία των Συμμάχων ήταν δεδομένη.

Έτσι, το βράδυ της 23ης Οκτωβρίου, μετά από σφοδρό βομβαρδισμό του πυροβολικού, ξεκίνησε η βρετανική επίθεση (Operation Lightfoot). Μέσα σε δύο μέρες η προέλαση παρέμενε αργή καθώς οι τεθωρακισμένες μονάδες καθυστερούσαν και έδειχναν ατολμία, φόβο και έλλειψη επιθετικού πνεύματος. Παρ’ όλα αυτά η ευελιξία του Μοντγκόμερι αποδείχθηκε σωτήρια καθώς προσάρμοσε τα σχέδια του προκαλώντας σύγχυση στη γερμανική διοίκηση με μεμονωμένες επιθέσεις, προσπαθώντας να εδραιώσει το ρήγμα στη γερμανική γραμμή άμυνας.

Το νέο σχέδιο (Operation Supercharge) προέβλεπε ισχυρή επίθεση στο βορρά τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου, από το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί προηγουμένως. Η προέλαση εξελίχθηκε και πάλι με αργούς ρυθμούς αλλά οι απώλειες λύγισαν τα γερμανικά στρατεύματα και έκαναν τον Ρόμελ να διατάξει υποχώρηση προς τη Λιβύη, παρά τις αντίθετες διαταγές του Χίτλερ. Η διστακτικότητα των Συμμάχων διευκόλυνε το έργο του και με μεγάλη ταχύτητα οι Γερμανοί αύξησαν την απόσταση τους απ’ τα συμμαχικά στρατεύματα. Η υποχώρηση είχε στεφθεί από επιτυχία, λόγω και της διστακτικότητας των Βρετανών.
Εντωμεταξύ, το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε με επιτυχία η επιχείρηση Torch, η απόβαση (100.000) Αμερικανών και Βρετανών στο Μαρόκο και την Αλγερία. Το γεγονός αυτό έπεισε τον Ρόμελ για το ανώφελο της αντίστασης στη Βόρεια Αφρική. Μετά από 2.500 περίπου χιλιόμετρα υποχώρησης, οι Γερμανοί βρέθηκαν εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε δύο μέτωπα. Οι Σύμμαχοι εξαπέλυσαν νέα επίθεση, σε σχήμα λαβίδας, κατά των δυνάμεων του Άξονα και ανάγκασαν τις γερμανικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν την Τρίπολη, την οποία κατέλαβαν στις 23 Ιανουαρίου, 3 μήνες μετά την αρχή της μάχης του Ελ Αλαμέιν. Στις 9 Μαρτίου, ο ηττημένος Ρόμελ αναχώρησε για τη Γερμανία λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του, μεταβιβάζοντας τη διοίκηση στον Ιταλό στρατηγό Μέσε.

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Σαν σήμερα, 14 Οκτωβρίου 1944


Πεθαίνει ο Έρβιν Ρόμελ

Ο Έρβιν Ρόμελ γεννήθηκε το 1891 στο Χάιντενχαϊμ της Βυτεμβέργης. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και η μητέρα του ήταν κόρη πολιτικού. Κατατάχθηκε στο στρατό το 1910 και φοίτησε στη στρατιωτική σχολή του Ντάντσιχ, όπου γνωρίστηκε με την μετέπειτα σύζυγο του, την οποία παντρεύτηκε το 1916 και απέκτησαν ένα γιο, τον Μάνφρεντ (ο οποίος ασχολήθηκε με την πολιτική και διατέλεσε δήμαρχος της Στουτγκάρδης από το 1974 ως το 1996), το 1928.
Διακρίθηκε για την ανδρεία και την τόλμη του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου τραυματίστηκε το 1914 και ένα χρόνο αργότερα παρασημοφορήθηκε με το Σιδηρούν Σταυρό.
Μετά το τέλος του πολέμου ανέλαβε τη διοίκηση μονάδας ασφαλείας και αργότερα μονάδας πεζικού (1921). Το 1929, υπηρετώντας ως εκπαιδευτής στη Δρέσδη, συνέγραψε το περίφημο έργο του «Το πεζικό επιτίθεται» («Infanterie greift an»), στο οποίο καταθέτει τις εμπειρίες του απ’ τον Μεγάλο Πόλεμο. Το 1938, έχοντας το βαθμό του αντισυνταγματάρχη, έγινε καθηγητής στη στρατιωτική ακαδημία του Πότσνταμ ενώ αργότερα ανέλαβε ανάλογη θέση στη Βιέννη. Εκεί γνωρίστηκε με τον Χίτλερ, ο οποίος εκτίμησε την ακέραια προσωπικότητα του και τη στρατιωτική ιδιοφυία του.

Προήχθη σε υποστράτηγο το 1939 και έγινε διοικητής της προσωπικής φρουράς του Χίτλερ, κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Πολωνία. Μετά την κατάληψη της χώρας, του ανατέθηκε η διοίκηση της 7ης Μεραρχίας Panzer, αν και δεν διέθετε εμπειρία στα τεθωρακισμένα. Τότε αναθεώρησε τις απόψεις του για το πεζικό και έγινε ένθερμος υποστηρικτής των μηχανοκίνητων μονάδων.
Τον Μάη του 1940, η μεραρχία του έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην προέλαση προς τη θάλασσα στη Βόρεια Γαλλία, διασπώντας το μέτωπο του Σομ. Αργότερα, θα της δινόταν το όνομα «μεραρχία φάντασμα», λόγω της εκπληκτικής ταχύτητας με την οποία κινήθηκε ενώ ακόμα και η ανώτατη γερμανική διοίκηση δε γνώριζε που ακριβώς βρισκόταν. Ο Ρόμελ διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες, από την πρώτη γραμμή μάλιστα, την καλή σχέση με τους στρατιώτες του, την ανάληψη πρωτοβουλιών και την ταχύτητα προέλασης των δυνάμεων του.

Στις αρχές του 1941 προήχθη σε αντιστράτηγο και ανέλαβε τη διοίκηση του Afrika Korps, για να βοηθήσει τα ιταλικά στρατεύματα στη Βόρεια Αφρική. Στις 12 Φεβρουαρίου έφτασε στην Τρίπολη και βλέποντας την τραγική κατάσταση των Ιταλών, πήρε την πρωτοβουλία παρακάμπτοντας τις άνωθεν εντολές και πέρασε κατευθείαν στην αντεπίθεση.
Η προέλαση του σταμάτησε μόνο στο Τομπρούκ, το οποίο τελικά κατέλαβε τον Ιούνιο του 1942. Εκεί απέκτησε το προσωνύμιο «αλεπού της ερήμου», από τους Βρετανούς μάλιστα, λόγω της ικανότητας του να αιφνιδιάζει τον εχθρό. Σε ηλικία μόλις 50 ετών προήχθη στο βαθμό του στρατάρχη.

O πόλεμος στην έρημο κατέληξε σε μια σειρά συνεχών επιθέσεων και αντεπιθέσεων, κατά τις οποίες ο Ρόμελ αν και αντιμετώπιζε υπέρτερες αριθμητικά δυνάμεις, αναλάμβανε συχνά την πρωτοβουλία των κινήσεων γνωρίζοντας αρκετές επιτυχίες. Οι Σύμμαχοι κατάφεραν να τον σταματήσουν μόνο στο Ελ Αλαμέιν, όπου είχαν συντριπτική υπεροχή. Η πίεση που άσκησαν στους Γερμανούς ήταν ασφυκτική, κάνοντας τους να υποχωρήσουν στην Τυνησία, όπου προσπάθησαν να ανασυνταχθούν. Ο Ρόμελ, άρρωστος από αμοιβαδική δυσεντερία, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αρκετές φορές το πεδίο της μάχης για να νοσηλευτεί. Το 1943 ανακλήθηκε πίσω στη Γερμανία και δεν θα επέστρεφε ξανά στην Αφρική. 

Ύστερα ανέλαβε κάποιες θέσεις στην Ιταλία και τελικά στη Γαλλία, ως διοικητής της ομάδας στρατιών Β, υπό τις διαταγές του στρατάρχη Φον Ρούντστεντ. Έδωσε βάρος στην ενίσχυση του τείχους του Ατλαντικού κατά μήκος των ακτών της Γαλλίας καθώς πίστευε ότι η επικείμενη μάχη θα κρινόταν στις ακτές. Μάλιστα, προέβλεψε σωστά την τοποθεσία της απόβασης στη Νορμανδία, ωστόσο ο Χίτλερ δεν τον συμβουλεύτηκε και έπεσε στην παγίδα των παραπλανητικών επιχειρήσεων των συμμάχων.
Ο Ρόμελ τραυματίστηκε από αεροπορική επίθεση συμμαχικών μαχητικών στο αυτοκίνητο του, στις 17 Ιουλίου 1944 κοντά στην πόλη Saint Lo της Νορμανδίας. Στις 15 Ιουλίου είχε στείλει τηλεγράφημα στον Φύρερ εκφράζοντας την άποψη του να επιδιώξουν τερματισμό του πολέμου με ευνοϊκούς όρους όσο ακόμα ήταν καιρός. Όμως, το γράμμα αυτό δεν έφτασε στον Χίτλερ παρά μόνο αρκετές μέρες αργότερα, όταν είχε γίνει ήδη η απόπειρα της 20ης Ιουλίου στο αρχηγείο του στο Ράστενμπουργκ και το γράμμα θεωρήθηκε σημάδι προδοσίας. Ύστερα ανακαλύφθηκε, μετά από ανακρίσεις ότι οι συνωμότες είχαν προσεγγίσει το Ρόμελ, ο οποίος πίστευε ότι ο πόλεμος είχε χαθεί και υποστήριζε την εξουδετέρωση του Χίτλερ. Ωστόσο, δεν είχε λάβει ενεργό μέρος στη συνομωσία.

Τον Οκτώβριο του 1944, ο Ρόμελ δέχθηκε μια κλήση απ’ το στρατάρχη Καϊτέλ, ο οποίος του ζητούσε να πάει στο Βερολίνο για να του ανατεθεί νέα αποστολή, πιθανότατα στο ανατολικό μέτωπο. Κατάλαβε ότι στο Βερολίνο τον υποπτεύονταν ως συνωμότη και επικαλούμενος λόγους υγείας, δεν αποδέχθηκε την πρόσκληση. Έτσι, στις 14 Οκτωβρίου, επισκέφθηκαν το Ρόμελ στο σπίτι του στο Χέρλινγκεν, όπου βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, οι στρατηγοί Βίλχελμ Μπούργκντορφ και Έρνστ Μάϊζελ . Αυτοί του ανακοίνωσαν ότι καθώς ήταν ύποπτος για τη συνομωσία του Ιουλίου, έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στην αυτοκτονία και στην παραπομπή σε δίκη. Καθώς γνώριζε ότι δεν είχε τύχη στη δίκη και ότι η οικογένεια του θα βρισκόταν υπό κράτηση, επέλεξε την αυτοκτονία. Επιβιβάστηκε μαζί τους σε ένα αυτοκίνητο, όπου του έδωσαν το δηλητήριο, μια κάψουλα με υδροκυάνιο. Η επίσημη ανακοίνωση της γερμανικής κυβέρνησης ήταν ότι πέθανε από ανεύρισμα στον εγκέφαλο. Κηδεύτηκε με τιμές ήρωα, ώστε να αποσιωπηθεί η αλήθεια. 


Αργότερα, στα απομνημονεύματα του Καϊτέλ, τα οποία εκδόθηκαν το 1946, λίγο πριν καταδικαστεί σε θάνατο στη δίκη της Νυρεμβέργης, ο ίδιος παραδέχθηκε την αλήθεια για το θάνατο του Ρόμελ.


Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Σαν σήμερα, 9 Οκτωβρίου 1944


 Διάσκεψη της Μόσχας

Στη διάσκεψη η οποία έλαβε χώρα στη σοβιετική πρωτεύουσα από τις 9 ως τις 19 Οκτωβρίου 1944, πήραν μέρος  οι ηγέτες της Βρετανίας και της Ε.Σ.Σ.Δ, Ουίνστον Τσόρτσιλ και Ιωσήφ Στάλιν, καθώς και οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, Άντονι Ήντεν και Βιάτσεσλαβ Μολότοφ.
Τα θέματα που συζητήθηκαν ήταν τα εξής: 


1)Η είσοδος της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας
Αποφασίστηκε το χρονοδιάγραμμα της κήρυξης του πολέμου.

2)Η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων στα Βαλκάνια
Ίσως το πιο σημαντικό από τα ζητήματα που τέθηκαν, η λεγόμενη «Συμφωνία ποσοστών».
Καθώς οι Γερμανοί αποχωρούσαν απ’ τα Βαλκάνια και τα σοβιετικά στρατεύματα βρίσκονταν ήδη στη Βουλγαρία, οι Σύμμαχοι ήθελαν να εξασφαλίσουν την επιρροή τους στην περιοχή και κυρίως στην Ελλάδα, λόγω της κρίσιμης γεωπολιτικής θέσης της ως ναυτικής δύναμης στη Μεσόγειο. Αντίθετα, αναγνώριζαν την πλεονεκτική θέση της Ε.Σ.Σ.Δ στη βαλκανική ενδοχώρα. Οι Σοβιετικοί εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους για τις χώρες του εσωτερικού, καθώς θεωρούσαν αναγκαίο τον έλεγχο τους για την ασφάλεια της χώρας τους.
Έτσι λοιπόν η συμφωνία προέβλεπε στην Ελλάδα 90% επιρροή για τη Βρετανία και 10% για την Ε.Σ.Σ.Δ, αντίστροφα ποσοστά για τη Ρουμανία, 50-50 στη Γιουγκοσλαβία,80% για την Ε.Σ.Σ.Δ στη Βουλγαρία και την Ουγγαρία  και 20% για τη Βρετανία.
Ωστόσο, η σημασία της συμφωνίας ποσοστών δεν πρέπει να υπερεκτιμάται, καθώς απλά επιβεβαίωνε μια δεδομένη κατάσταση στην ήδη κατεχόμενη απ’ τον Κόκκινο Στρατό νοτιοανατολική Ευρώπη. Επιπλέον, τα ποσοστά ήταν συμβατικά.
Η σημασία της συμφωνίας έγκειται στον κυνισμό τον οποίο επέδειξαν οι δύο πλευρές, εν μέσω ενός παγκοσμίου πολέμου στο όνομα της ελευθερίας και στο ότι είχαν κατανοήσει τα όρια των δυνατοτήτων και των διεκδικήσεων τους, θέτοντας αυτοπεριορισμούς.
Οπωσδήποτε, η «συμφωνία ποσοστών» δεν αποτέλεσε μια γενική και οριστική διευθέτηση των νικητών του πολέμου για το μέλλον της Ευρώπης, παρά μόνο μια προσπάθεια συνεννόησης μεταξύ τους.

3)To πολωνικό ζήτημα
Ο Τσόρτσιλ έθεσε το ζήτημα της Πολωνίας, προτείνοντας μια συνάντηση της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης με τους Σοβιετικούς ιθύνοντες, για να καθορίσουν τα μεταξύ τους σύνορα. Παρ’ όλα αυτά, η πρόταση έμεινε μόνο στα χαρτιά και το θέμα δεν διευθετήθηκε.

Συνοψίζοντας, η συνδιάσκεψη της Μόσχας ήταν μια προσπάθεια συνεννόησης μεταξύ δύο απ’ τις νικήτριες χώρες του πολέμου, όσο οι σχέσεις μεταξύ τους δεν ήταν οξυμένες, εν μέσω του πολέμου. Αντιθέτως, το καλό κλίμα δεν διατηρήθηκε καθώς η εξουδετέρωση του κοινού εχθρού (Χίτλερ), ο οποίος ήταν ο κύριος λόγος της συστράτευσης τους και τα συγκρουόμενα συμφέροντα που αναδύονταν στο μεταπολεμικό σκηνικό, δημιούργησαν εντάσεις οι οποίες, μεταξύ άλλων, οδήγησαν στην έκρηξη του Ψυχρού Πολέμου.

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Σαν σήμερα, 2 Οκτωβρίου 1941

Αρχίζει η επίθεση των Γερμανών στη Μόσχα (Operation Typhoon).

Η εισβολή των Γερμανών στην Ε.Σ.Σ.Δ τον Ιούνιο του 1941, αιφνιδίασε τους Σοβιετικούς, οι οποίοι ήταν απροετοίμαστοι για μια τόσο μεγάλης κλίμακας επίθεση.
Οι σταλινικές εκκαθαρίσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1930 είχαν αποδυναμώσει σημαντικά την μαχητική ικανότητα του Κόκκινου Στρατού, καθώς τα ανώτερα κλιμάκια του είχαν αποδεκατιστεί. Υπολογίζεται ότι 35.000 περίπου αξιωματικοί έχασαν τη ζωή τους.
Έτσι, γίνονται κατανοητές οι επιτυχίες της Βέρμαχτ το καλοκαίρι του 1941 και η ταχεία προέλαση της στη σοβιετική ενδοχώρα.
Η Μόσχα, πρωτεύουσα της Σοβιετικής Ένωσης, αποτελούσε στόχο του Χίτλερ όχι τόσο από στρατηγικής άποψης, όσο από ψυχολογικής, καθώς πίστευε πως αν έπεφτε η πρωτεύουσα-σύμβολο του κομμουνιστικού καθεστώτος, τότε θα κατέρρεε ολόκληρη η Ε.Σ.Σ.Δ.
 Η επίθεση κατά της Μόσχας ξεκίνησε στις 2 Οκτωβρίου. Τα γερμανικά στρατεύματα αριθμούσαν περίπου 2.000.000 άνδρες, με 1.000 άρματα μάχης και 1.500 πολεμικά αεροσκάφη ενώ οι υπερασπιστές της πόλης δεν ξεπερνούσαν το 1,5 εκατομμύριο, μαζί με 1.000 άρματα μάχης και 600 αεροπλάνα.
Η επίθεση ήταν καταιγιστική. Το σχέδιο προέβλεπε περικύκλωση της πόλης μέσω της δημιουργίας δύο σφηνών, σε βορρά και νότο αντίστοιχα. 

Παρ’ όλη όμως τη στρατηγική υπεροχή των ναζί, το εγχείρημα τους αντιμετώπισε πολλά προβλήματα. Κύριος λόγος ήταν ο δριμύς ρωσικός χειμώνας. Οι βροχοπτώσεις μετέτρεπαν τα πάντα σε βούρκο καθιστώντας σχεδόν αδύνατη κάθε μετακίνηση . Παρ’ όλα αυτά, με τις χιονοπτώσεις και την παγωνιά, το έδαφος αποκτούσε ξανά στερεά μορφή και έτσι η προέλαση συνεχιζόταν (3 Νοεμβρίου). Όμως, το τσουχτερό κρύο, οι πολικές θερμοκρασίες που έφταναν μέχρι και τους -50 βαθμούς Κελσίου μείωναν σημαντικά την μαχητική ικανότητα των στρατιωτών και καταρράκωναν το ηθικό τους. Σε αυτό τον τομέα οι Σοβιετικοί υπερτερούσαν καθώς ήταν συνηθισμένοι σε αυτές τις συνθήκες. Επιπλέον, οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού, ο εξοπλισμός τους ήταν ακατάλληλος για αυτές τις καιρικές συνθήκες (π.χ ένδυση και οπλισμός), κάτι που οδήγησε στην ακινητοποίηση των γερμανικών στρατευμάτων.

Στις 7 Νοεμβρίου, ο Στάλιν, ο οποίος είχε παραμείνει στη Μόσχα για να μην καταρρεύσει το ηθικό των αμυνόμενων, πραγματοποίησε μια έξοχη προπαγανδιστική κίνηση. Παρά τους κινδύνους του εγχειρήματος λόγω των αεροπορικών επιδρομών της Λουφτβάφε, έλαβε χώρα η καθιερωμένη παρέλαση σε ανάμνηση της κομμουνιστικής επανάστασης το 1917. Έτσι, το ηθικό των πολιτών και των στρατιωτών αναπτερώθηκε.

Στις 15 Νοεμβρίου, μετά από επιχείρηση ανασύνταξης της Βέρμαχτ, η προέλαση συνεχίστηκε και μέσα σε 2 εβδομάδες η εμπροσθοφυλακή των Γερμανών έφτασε σε απόσταση 25 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα. Οι αξιωματικοί ισχυρίζονταν ότι έβλεπαν τους χρυσούς τρούλους του Κρεμλίνου. Ωστόσο, οι γερμανικές δυνάμεις είχαν φτάσει στα όρια τους από την εξάντληση, το κρύο, τις κακουχίες, την έλλειψη εφοδίων και τις  σημαντικές απώλειες που είχαν υποστεί . Αντιθέτως, οι Σοβιετικοί είχαν διαθέσει εφεδρείες, οι οποίες αναπλήρωναν τις απώλειες τους και έτσι η άμυνα της Μόσχας έγινε πιο αποτελεσματική. 









Κομβικό σημείο της μάχης αποτέλεσε η 5η Δεκεμβρίου. Υπό τις διαταγές του στρατάρχη Ζούκοφ, οι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν μεγάλης κλίμακας αντεπίθεση, καθώς τα γερμανικά στρατεύματα είχαν πλησιάσει επικίνδυνα την πόλη. Τα άρματα Τ-34 και οι πύραυλοι Katyusha αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος και μαζί με τους ξεκούραστους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού οδήγησαν τους ναζί σε υποχώρηση της τάξης των 200 περίπου χιλιομέτρων μέσα σε λίγες μέρες.


H επιχείρηση των Σοβιετικών πέτυχε, οι Γερμανοί είχαν ηττηθεί κατά κράτος,έχοντας υποστεί σημαντικές απώλειες και δεν θα δοκίμαζαν να απειλήσουν ξανά τη Μόσχα. Η σοβιετική πρωτεύουσα είχε σωθεί.