Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Σαν σήμερα, 6 Απριλίου 1941

Η εκστρατεία του Χίτλερ στα Βαλκάνια και η μάχη των οχυρών

Σημερά συμπληρώνονται 70 χρόνια απο την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβία με σκοπό να απαλάξουν τους Ιταλούς απο τον αδιέξοδο πόλεμο τους με τους Έλληνες, που ως τότε είχαν κατανικήσει τις ιταλικές στρατιωτικές δύναμεις, να τιμωρήσουν τους Γιουγκοσλάβους για την αποστασία τους απο το σύμφωνο που δέσμευε τη χώρα τους στη συμμαχία του Άξονα και φυσικά να αποκτήσουν πρόσβαση στο Αιγαίο, η οποία θα τους επέτρεπε να βρίσκονται εγγύτερα στα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής, η αποκτησή των οποίων θα θωράκιζε την Γερμανία ενεργειακά, γεγονός που θα τους επέφερε ένα τεράστιο ατου όσον αφορα την έκβαση του πολέμου.

Ενώ οι Ιταλοί γνώριζαν την μια ήττα μέτα την άλλη απο τον έλληνικο στρατό στο μέτωπο της Αλβανίας, στις 13/12/1940 ο Χίτλερ θα εκδώσει την Κατευθυντήριο Διαταγή υπ' αριθμόν 20, 'Επιχείρηση Μαρίτα' που προβλέπει εμπλοκή της Βέρμαχτ στον ελληνοιταλικό πόλεμο και εκκαθάριση της Ελλάδας απο βρετανικά στρατεύματα και βάσεις και φυσικά την είσοδο στην τελική ευθεία για την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, την είσβολη των ναζί στην Σοβιετική Ένωση. Αναλύοντας την κατάσταση στα Βαλκάνια ο Χίτλερ αναφέρει χαρακτηριστικά....

"1. Η έκβαση των μαχών στην Αλβανία είναι ακόμη αβέβαιη. Υπό το φως της απειλητικής καταστάσεως στην Αλβανία, είναι δύο φορές σημαντικό να αποτρέψουμε τις προσπάθειες των Άγγλων να εγκαταστήσουν, υπό την προστασία ενός βαλκανικού μετώπου, μια αεροπορική βάση, που θα απειλούσε κατά πρώτον την Ιταλία και ενδεχομένως τις ρουμανικές πετρελαιοπηγές... Πρόθεσή μου είναι επομένως... με την έλευση ευνοϊκών καιρικών συνθηκών -πιθανώς τον Μάρτιο- να... καταλάβω τη βόρεια ακτή του Αιγαίου και αν αυτό είναι αναγκαίο, ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα: ...Και, όσο είναι δυνατόν, να καταλάβω αγγλικές βάσεις στα ελληνικά νησιά με αερομεταφερόμενα στρατεύματα. Ευθύς ως η επιχείρηση Μαρίτα περατωθεί, οι δυνάμεις που θ' απασχοληθούν σ' αυτήν θ' αποσυρθούν για να χρησιμοποιηθούν σε νέες αποστολές."

Το πραξικόπημα του Σίμοβιτς και η συντριβή της ιταλικής εαρινής επίθεσης επισπεύδουν την Επιχείρηση Μαρίτα

Με τους Ιταλούς να έχουν ηττηθεί και την Γιουγκοσλαβία μετα απο πραξικόπημα στις 27/3/1941 απο ομάδα αξιωματικών της αεροπορίας με επικεφαλής τον Σίμοβιτς,να έχει αποχωρήσει απο τον Άξονα, ο Χίτλερ αποφασίζει να υλόποιησει την επιχείρηση Μαρίτα. Οι στρατιωτικές δυνάμεις που θα διατεθούν για τον σκοπό αυτο θα είναι η 12η στρατία με δύναμη 500.000 ανδρών (32 μεραρχίες) με επικεφαλής τον στρατάρχη Φον Λιστ, 650 αεροπλάνα της Luftwaffe, ενώ προβλέπονταν βοήθεια εκτός της Ιταλίας και απο την Βουλγαρία και την Ουγγαρία που ηταν χώρες του Άξονα, με στρατιωτικές δυνάμεις και εδαφικές διευκολύνσεις.

6 Απριλίου: Έναρξη της επιχείρησης

Στις 6 απριλίου ώρα και 5.15 π.μ οι Γερμάνοι επιτίθονται σε Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία. Η Luftwaffe εκείνη την ημέρα θα ισοπεδώσει μεγάλο τμήμα του Βελιγραδίου με σκόπο να λυγίσει τους Γιουγκοσλάβους και να σπάσει το ηθικό τους. Περίπου 4000 άμαχοι πολίτες θα σκοτωθούν την μέρα εκείνη στην αεροπορική επιδρομή με την ονομασία 'τιμωρία΄(operation punishment). Την ίδια στιγμή, δυνάμεις του Άξονα εισέρχονταν στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας απο πολλές κατευθύνσεις. Η Γιουγκοσλαβία ηταν στην δυσάρεστη θέση να συνορεύει στα ανατολικά,στα δυτικά και στα βόρεια με χώρες του Άξονα, γεγονός που καθιστούσε την άμυνα της πρακτικά αδύνατη αν λάβει κανείς υπόψη του τον οπλισμό του γιουγκοσλαβικού στρατού καθώς και τον πολυεθνικό του χαρακτήρα και τις αποσχιστικές τάσεις των εθνοτήτων, ιδιαίτερα των Κροατών.

Πράγματι, τις πρώτες ώρες τις επίθεσεις οι κροατικής καταγωγής στρατιώτες του γιουγκοσλαβικού στρατού όχι μονο δεν πολέμησαν εναντίον των Γερμανών και των συμμάχων τους, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αυτομόλησαν στις τάξεις των Ναζί. Ο γιουγκοσλαβικός στρατός αν και κατέβαλε φιλότιμες προσπάθιες να υπερασπιστεί το πάτριο έδαφος, λύγισε γρήγορα κάτω απο την πίεση των Γερμανών, των Ιταλών και των Ούγγρων (οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι πέρα απο εδάφικες διευκολίνσεις δεν συμμετείχαν με στρατιωτικές δυνάμεις στις επίχειρησεις). Κάτω απο αυτές τις συνθήκες η μόνη σωτηρία για τον γιουγκοσλαβικό στρατό ηταν η υποχώρηση προς τον νότο και η συνένωση με τα εκεί ελληνικά τμήματα προκειμένου να υπάρξει συντονισμένη αντίσταση ή έστω διάσωση πολύτιμων δυνάμεων του στρατού όπως είχε γίνει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν οι ηττημένες σερβικές δυνάμεις πέρασαν μέσω Αλβανίας στο έδαφος της Ελλάδας για να διασωθούν απο την αιχμαλωσία η την καταστροφή και να ανασυγκροτήθουν. Δυστυχώς για τους Γιουγκοσλάβους η κατάσταση διέφερε δραματικά απο εκείνη την περίοδο.Αν και κατάφεραν να υποχωρήσουν σε ένα ικανοποιητικό βάθος, μια αντεπίθεση του γερμανικού στρατού στις 11 Απριλίου ακύρωσε το όλο εγχείρημα. Η κυβέρνηση και ο βασιλίας εγκατέλειψαν την χώρα μαζί με κάποια ασήμαντα υπολλείματα του στρατού που κατάφεραν να διαφύγουν στο ελληνικό έδαφος.

Στις 17 Απριλίου 1941 η Γιουγκοσλαβία συνθηκολόγησε ανευ όρων. Η αντίσταση της κράτησε 11 μέρες και προξένησε στους επιτιθέμενους 4400 νεκρούς, τραυματίες, αγνοούμενους (500 Γερμανοί, 3500 Ιταλοί, ο αριθμός των Ούγγρων υπλογιζεται γυρω στους 400 νεκρούς,τραυματίες και αγνοούμενους κατα την διάρκεια των επιχειρήσεων). Οι απώλειες των Γιουγκοσλάβων ηταν πολύ μεγαλύτερες, θα μπορούσαμε να πούμε τεράστιες αμα τις συγκρίνουμε με αυτές του Άξονα. Μάλιστα σύμφωνα με πολλούς στρατιωτικούς ιστορικούς και αναλύτες, παρά τους αρνητικούς συσχετισμούς και το προδιεγραμένο αποτέλεσμα της σύγκρουσης, οι επιδόσεις και οι απώλειες που προξένησε ο γιουγκοσλαβικός στρατός στους επιτιθέμενους ηταν λίγες σε σχέση με τις δυνατότητες του. Η σύγχυση που επικράτησε τις πρώτες ώρες τις επίθεσεις κάθως και οι φυγόκεντρες δύναμεις μέσα στο στράτευμα με την μαζική λιποταξία και αυτομόληση Κροατών και σε μικρότερο βαθμό Σλοβένων στρατιωτών ηταν τέτοια που δεν επέτρεψε στην μετριότατη στρατιωτική ηγεσία της Γιουγκοσλαβίας να αναλάβει σημαντικές αποφάσεις και πρωτοβουλίες. Μάλιστα η σύγχυση που επικράτησε ηταν τέτοια που περιστατικά όπως αυτό της κατάληψης του Βελιγραδίου να είναι ενα απο τα πιο κωμικοτραγίκα γεγονότα της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας.

Η κατάληψη του Βελιγραδίου απο... 9 Γερμανούς ποδηλάτες.

Το πρωί της 12ης Απριλίου του 1941 μια ομάδα απο 9 Γερμανούς στρατιώτες των Waffen SS με επικεφαλής τον λοχαγό Fritz Klingenberd έφτασε στα προάστια του Βελιγραδίου. Προχωρώντας προς την πόλη η ομάδα συνειδητοποίησε οτι στην πρωτεύουσα της Γιουγκοσλαβίας δεν υπήρχανε σχεδόν καθόλου στρατιωτικές δυνάμεις εκτός απο μια ομάδα Γιουγκοσλάβων στρατιώτων επιβιβασμένη σε οχήματα που βλέπωντας τους Γερμανούς κατέθεσε τα όπλα. Ο Kliengenberd αφου έστειλε δύο άντρες του να φέρουν ενισχύσεις, με τους υπόλοιπους 6 προχώρησε στο κέντρο της πρωτεύουσας, έφτασε στο κτήριο της γερμανικής πρεσβείας οπου ύψωσε την σβάστικα, σημάδι οτι κατέλαβε την πόλη και στη συνέχεια μίλησε τηλεφωνικώς με τον δήμαρχο του Βελιγραδίου απαιτώντας την άμεση παράδοση του, απειλώντας πως αν δεν είσακουστει θα διατάξει νέους βομβαρδισμούς εναντίον της πόλης. Ο δήμαρχος του Βελιγραδίου πιστευώντας οτι ο Κlingenberd ηταν απεσταλμένος μεγάλης στρατιωτικής μονάδας που βρισκόταν στα περίχωρα με εξουσιοδότηση να διαπραγματευτεί την παράδοση της πόλης και με τον φόβο για νεές καταστροφές και νέα θύματα απο την Luftwaffe ενέδωσε στην καλοστημένη μπλόφα του δαιμόνιου αυτού Γερμανού αξιωματικού και του παρέδωσε την πόλη. Την επόμενη μέρα το Βελιγράδι καταλήφθηκε και επίσημα όταν σε αυτό μπήκαν μέγαλα τμήματα του γερμανικού στρατού που είχαν ειδοποιήθει απο τους δύο άντρες του Kliegenberd που είχε στείλει για να είδοποιησει πως η πρωτεόυσα της γιουγκοσλαβίας ηταν ανοχύρωτη πόλη. Ο Κlingeberd για την ευφιέστατη μπλόφα του τιμήθηκε απο τον ίδιο τον Χίτλερ με τον σταύρο των ιπποτών.



6 Απριλίου: Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα

Όπως στη Γιουγκοσλαβία έτσι και στην Ελλάδα οι Γερμανοί επιτέθηκαν στις 6 Απριλίου. Οι πρώτες μάχες σημειώθηκαν στα οχυρά της γραμμής Μεταξά, ιδιαίτερα σε αυτά του Ρούπελ, του Εχίνου, του Καρατά, του Λίσσε και του Ιστίμπεη, όπου κατάφεραν να κρατήσουν ως και τέσσερις μέρες. Οι απώλειες των δύο μεραρχιών του 12ου ορεινού σώματος υπήρξαν μεγάλες με τους ίδιους τους Γερμανούς να ομολογούν πως δεν είχαν συναντήσει τέτοια αντίσταση σε καμία πολεμική τους εμπειρία μέχρι τότε. Η σύνθεση των οχυρών θα έπρεπε να καλυφθεί απο 200.000 άντρες αλλά μόνο 70.000 ηταν διαθέσιμοι. Παρόλαυτα, η αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών ηταν λυσσαλέα και καθήλωσε τις γερμανικές δυνάμεις για τρείς μέρες. Η Luftwaffe βομβάρδιζε ασταμάτητα τις ελληνικές θέσεις το ίδιο και το γερμανικό πυροβολικό αλλά η αντίσταση των Ελλήνων δεν λύγιζε με τίποτα. Αντίθετα μάλιστα, οι απώλειες στις τάξεις των Γερμανών άρχισαν να αυξάνoνται δραματικά.

Η γρήγορη πτώση της Γιουγκοσλαβίας που έδωσε την δυνατότητα στους Γερμανούς να εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος, να κατελάβουν την Θεσσαλονίκη και να υπερκεράσουν τις ελληνικές θέσεις, η ηττοπάθεια που διέκρινε την ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία που έβλεπε την αντίσταση κατα των Γερμανών ως μάχη για την τιμή των όπλων και μόνο, σε συνδυασμό με τη συντριπτική υπεροπλία των Ναζί είχαν ως αποτέλεσμα την συνθηκολόγηση της δεύτερης ελληνικής στρατιάς που επάνδρωνε τα οχυρά. Στην παράδοση των οχυρών συνέβαλε και ένα άλλο γεγονός το οποίο ηταν ο ελιγμός της 6ης γερμανικής ορεινής μεραρχίας που διέσχισε μια οροσείρα ύψους 2100 μέτρων και κατέλαβε μια στρατηγική θέση που οι Έλληνες δεν φύλαγαν θεωρώντας πως το μέρος εκείνο ηταν απρόσιτο. Στο μεταξύ στις 9 Μαιου η γερμανική 2η Μεραρχία Θωρακισμένων, με διοικητή τον Ρούντολφ Φάιελ (Rudolf Veiel), θα διεισδύσει μέσω της λίμνης Δοϊράνης, θα προελάσει ταχύτατα μη συναντώντας αντίσταση (αφού η μοναδική ελληνική Μεραρχία που τελούσε σε εφεδρεία, η 19η, δεν έχει τα μέσα να τον σταματήσει) και καταλαμβάνει την Θεσσαλονίκη. Κάτω απο αυτές τις συνθήκες τα οχύρα πλέον περικυκλωμένα είχαν χάσει κάθε κίνητρο να αντιστάθουν καθώς αντικειμενικός σκοπός τους ηταν να μην επιτρέψουν στους Γερμανούς ή στους Βούλγαρους να εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος, πράγμα που όμως έγινε μέσω Δοϊράνης.

Έτσι στις 9 Απριλίου οι Έλληνες στρατιώτες που τα επάνδρωναν παραδόθηκαν στους Γερμανούς. Προς μεγάλη έκπληξη των αμυνόμενων, οι Γερμανοί συνεχάρησαν τους Έλληνες για την άμυνα τους και τις μαχητικές αρετές που επέδειξαν κατα την διάρκεια των επιχειρήσεων. Μάλιστα τα γερμανικά τμήματα απέδωσαν τιμές στους υπερασπιστές των οχυρών, ενώ οι Γερμανοί διοικητές εκφώνησαν λόγους θαυμασμού και συμπάθειας προς αυτούς! Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων εκδηλώσεων θυμασμού προς τους Έλληνες είναι τα ακόλουθα:
Ο επιτελάρχης του 30ού Σώματος παραδέχθηκε στον αντιστράτηγο Δέδε: «Πολεμήσατε θαυμάσια, το πυροβολικό σας ήταν υπέροχο, οι πλαγιοφυλάξεις αποτελεσματικότατες. Μόλις εκινείτο μια ομάδα μάχης, δεχόταν επιτυχώς βολή. Αν τα βλήματά σας δεν είχαν κατά τα 4/5 αφλογιστία (!), κανένα από τα συμμετέχοντα στον αγώνα τμήματά μας δεν θα σωζόταν από την κόλαση του πυρός.»

Ο διοικητής του 18ου Ορεινού Σώματος ομολόγησε στον επιτελάρχη του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ). «Είχαμε ακούσει να μιλούν για τη γενναιότητα και τον ηρωϊσμό του Ελληνικού Στρατού, αλλά δεν φανταζόμασταν τη γενναιότητα και τον ηρωϊσμό που επέδειξαν οι στρατιώτες σας. Πολεμήσατε θαυμάσια! Θαυμάσια! Και πάλι σας συγχαίρω εγκαρδίως.»
Ο διοικητής της 72ης Μεραρχίας δήλωσε: «Πολέμησα την Πολωνία και τη Γαλλία, αλλά πουθενά δεν συνάντησα τόσο αποτελεσματική και φθοροποιό αντίσταση όσο στην Ελλάδα.»
Τέλος ο ίδιος ο στρατάρχης φον Λιστ αναγνώρισε πως: «Οι Έλληνες υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους γενναία» και συνέστησε στους Γερμανούς στρατιώτες «...να αντικρίσουν και να μεταχειριστούν τους Έλληνες αιχμαλώτους, όπως αξίζει σε γενναίους στρατιώτες.»
Δυστυχώς όλες αυτές οι φιλοφρονήσεις και εγκαρδιότητες των Γερμανών ξεχάστηκαν γρήγορα οταν πλέον ως κατακτητές της χώρας προέβησαν σε φρικαλεότητες εις βάρος του άμαχου πληθυσμού. Μετά την κατάρευση του μετώπου η αντίσταση του ελληνικού στρατού συνεχίστηκε μέχρι τις 20 Απριλίου οταν ο στρατηγός Τσολάκογλου υπέγραψε με τον Ζέπ Ντήτριχ την παράδοση του. Η μάχη της Ελλάδας και η εκστρατεία στα Βαλκάνια θα λήξει στις 31 Μαιου του 1941 με την πτώση της Κρήτης.

Επίλογος

Η εκστρατεία των Γερμανών στα Βαλκάνια στοίχησε περίπου 10.000 Γερμανούς νεκρούς,τραυματίες και αγνοούμενους. Αν και νικηφόρα για αυτούς απέβη μοιραία κάθως καθυστέρησε για 3 μήνες την σχεδιαζόμενη επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, την είσβολη των Γερμανών στην Σοβιετική Ένωση με αποτέλεσμα να δώθει πολύτιμος χρόνο στους Σοβιετικούς να προετοιματούν, που με μια μικρή βοήθεια απο τον 'στρατηγό χειμώνα' κατατρόπωσαν την αήττητη ως τότε Wermacht έξω απο τις πύλες της Μόσχας.

Όσον αφόρα τους ηρωικούς λαούς της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας μια περίοδος μεγάλων δεινών εγκαινιαζόταν μετά την κατάκτηση τους απο τις δυνάμεις του Άξονα, με σφαγές, λεηλασίες, λιμούς, εκτελέσεις, βασανισμούς και καταστροφές σε υποδομές. Οι λαοί αυτοί όμως δεν έσκυψαν το κεφάλι. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα απο την κατάκτηση τους οργάνωσαν την αντίσταση τους και δημιούργησαν τα μεγαλύτερα και πιο ηρωικά αντάρτικα της Ευρώπης, οι Έλληνες τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και οι Γιουγκοσλάνοι τους Παρτιζάνους.


"Χάριν τής ιστορικής αληθείας οφείλω νά διαπιστώσω ότι μόνον οί Ελληνες, εξ' όλων τών αντιπάλων οί οποίοι μέ αντιμετώπισαν, επολέμησαν μέ παράτολμον θάρρος καί υψίστην περιφρόνησιν πρός τόν θάνατον.." Αδόλφος Χίτλερ, 4 Μαίου 1941 (aπό λόγο πού εκφώνησε στό Ράιχσταγκ)

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Σαν σήμερα, 13 Μαρτίου 1938


Προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ’ Ράιχ (Anschluss)


Όσο οι Αψβούργοι ηγούνταν μιας τεράστιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας, της Αυστροουγρικής, που εκτεινόταν από την κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια μέχρι τη Βιέννη, οι αυστρογερμανοί υπήκοοι τους δεν ενδιαφέρονταν να ενωθούν με τη Γερμανία. Όταν όμως η αυτοκρατορία κατέρρευσε, η κατάσταση άλλαξε. Οι περισσότερες γερμανόφωνες περιοχές της παλιάς αυτοκρατορίας αποτέλεσαν την Αυστριακή Δημοκρατία, με περίπου έξι εκατομμύρια κατοίκους. Όμως περίπου τρία εκατομμύρια αυστρογερμανοί έγιναν υπήκοοι της Τσεχοσλοβακίας, ενώ άλλα τέσσερα, οι Τιρολέζοι του νότου έγιναν ιταλοί υπήκοοι. Μικρότερες πληθυσμιακές ομάδες, στις επαρχίες Στυρία και Καρινθία, ενσωματώθηκαν στη Γιουγκοσλαβία.

Η Αυστρία, τόπος γέννησης του Αδόλφου Χίτλερ, ήταν η πρώτη χώρα που προσαρτήθηκε στη ναζιστική Γερμανία. Η ιδέα της ένωσης όλων των γερμανόφωνων πληθυσμών υπήρχε ήδη από το τέλος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού έθνους (1806). Υποστηρίζοντας αυτή την ιδέα, ο Χίτλερ γνώριζε πως η θέση του στην εξουσία θα εδραιωνόταν αν πετύχαινε αυτό το σχέδιο.

Η πρώτη ενέργεια του ήταν να διαδώσει τη ναζιστική ιδεολογία στην Αυστρία. Απ’ τον Ιούλιο του 1934, οι Ναζί είχαν τόσο μεγάλη επιρροή ώστε ο καγκελάριος Ένγκελμπερτ Ντόλφους απαγόρευσε την λειτουργία όλων των πολιτικών κομμάτων, εκτός απ’ το κυρίαρχο Σοσιαλχριστιανικό. Στα τέλη του ίδιου μήνα, σ’ ένα αποτυχημένο πραξικόπημα μελών του αυστριακού ναζιστικού κόμματος δολοφονήθηκε ο Ντόλφους. Ο Κουρτ  φον Σούσνιγκ έγινε ο επόμενος καγκελάριος, συνεχίζοντας να μάχεται με τους ηγέτες του ναζιστικού κινήματος. Στις 12 Φεβρουαρίου 1938, ο Χίτλερ τον προσκάλεσε στο Berghof για μια σύσκεψη. Εκεί, παρόλο που ο Σούσνιγκ προσπάθησε να καλοπιάσει τον Φύρερ, αυτός του ανταπέδωσε προσβολές και απειλές, τονίζοντας του την επιθυμία του για την δημιουργία μιας μεγάλης γερμανικής αυτοκρατορίας. Ύστερα από ώρες, αφού έπεισε τον Σούσνιγκ ότι οι Δυτικοί τον είχαν εγκαταλείψει, αυτός ενέδωσε στις πιέσεις. Υπέγραψε μια διμερή συμφωνία για την άρση της απαγόρευσης του ναζιστικού κόμματος και έδωσε θέση υπουργών σε δύο μέλη του.

Η πίεση απ’ το Βερολίνο δεν σταμάτησε σ’ αυτή τη συνθήκη, αν και ο Σούσνιγκ ανακοίνωσε ότι θα διεξαγόταν δημοψήφισμα για να αποφασιστεί η τύχη της χώρας. Έθεσε όμως το ηλικιακό όριο στα 24, για να μην ψηφίσουν οι μικρότεροι πολίτες οι οποίοι ήταν πιο επιρρεπείς στις ναζιστικές ιδέες. Οι Γερμανοί κατάλαβαν γρήγορα το κόλπο του και κατασκεύασαν πλαστές ειδήσεις για δήθεν επεισόδια στην Αυστρία, υποστηρίζοντας ότι οι ντόπιοι καλούσαν τον γερμανικό στρατό να επιβάλλει την τάξη. Σύμφωνα με τη ναζιστική προπαγάνδα, πάνω απ’ το 80% του πληθυσμού της Αυστρίας επιθυμούσε την ένωση με την Γερμανία. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με το δίκτυο πληροφοριών του Ουίνστον Τσόρτσιλ το ποσοστό έφτανε το 35%. Στις 11 Μαρτίου, δύο μέρες πριν την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, το Βερολίνο έστειλε στη Βιέννη τελεσίγραφο. Καθώς δεν έβλεπε κανένα σημάδι υποστήριξης από τους Βρετανούς ή τους Γάλλους, ο αποκαρδιωμένος Σούσνιγκ παραιτήθηκε. Ο Άρτουρ Ζάις  Ίνκβαρτ προσπάθησε να αναδειχθεί στη θέση του Καγκελαρίου και να καλέσει τα ναζιστικά στρατεύματα, αλλά δεν κατάφερε να πείσει τον πρόεδρο της Αυστρίας Βίλχελμ Μίκλας, ο οποίος δεν έτρεφε καμία συμπάθεια για το ναζιστικό κόμμα. Τελικά, στις 22.00 το απόγευμα της 11ης Μαρτίου ο Χίτλερ σταμάτησε να περιμένει τον Ίνκβαρτ και υπέγραψε την εντολή για εισβολή. Το επόμενο πρωί η γερμανική 8η στρατιά πέρασε τα αυστριακά σύνορα χωρίς να συναντήσει καμία αντίσταση και μέσα σε τρεις μέρες ολόκληρη η χώρα βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Ναζί.


Το μεσημέρι της 13ης Μαρτίου ο Χίτλερ πέρασε με μια μηχανοκίνητη πομπή από την πατρίδα του, το Μπράουναου, όπου και τον υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Όταν επισκέφθηκε το σχολείο του και το πατρικό του, η συγκίνηση του ήταν φανερή. Έπειτα επισκέφθηκε την πόλη Λιντζ, όπου δέχθηκε παρόμοια υποδοχή και συναντήθηκε με τον Ίνκβαρτ. Στη Βιέννη, ο Χίτλερ ανακηρύχθηκε καγκελάριος της Μεγάλης Γερμανίας με την Αυστρία να αποτελεί μέρος αυτής της ένωσης.

Στο Λονδίνο, ο πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεϊν διαμαρτυρήθηκε μέσω του Βρετανού πρέσβη στο Βερολίνο, αν και πολλοί Αυστριακοί (και όχι μόνο) ήταν ευχαριστημένοι με το να δουν μια αναίμακτη προσάρτηση. Η νέα γερμανική κυβέρνηση έγινε μάλλον ευπρόσδεκτη από τους περισσότερους Αυστριακούς, καθώς το έδαφος είχε προετοιμαστεί κατάλληλα με τη συνεχή προπαγάνδα υπέρ του Anschluss. Αν και οι φωτογραφίες με ενθουσιασμένους Αυστριακούς έκαναν τον γύρο του κόσμου, αυτές των προσφύγων (πολλοί απ’ τους οποίους συνελήφθησαν) λογοκρίθηκαν από τη ναζιστική κυβέρνηση.


Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ’ Ράιχ, η δημοτικότητα του Χίτλερ εκτοξεύθηκε στα ύψη. Επίσης, οι Σουδήτες τις Τσεχοσλοβακίας ξεσηκώθηκαν επιδιώκοντας κι αυτοί την ένωση, δίνοντας το έναυσμα για την επόμενη κρίση, τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας. 

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Σαν σήμερα, 13 Φεβρουαρίου 1945


Βομβαρδισμός της Δρέσδης

Ύστερα από την κατάληψη της ηπειρωτικής Ευρώπης από τους Ναζί και μέχρι τις αποβάσεις στην Ιταλία (Ιούλιος 1943) και τη Νορμανδία (Ιούνιος 1944), ο μόνος τρόπος να πληγεί η κυριαρχία της Γερμανίας στην κατεχόμενη ήπειρο ήταν από αέρος.


Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί εναντίον πόλεων δεν ήταν καινούργιο φαινόμενο. Ήδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Βρετανία είχε βομβαρδιστεί από γερμανικά Ζέπελιν. Η εξέλιξη όμως της τεχνολογίας των αεροσκαφών αναβάθμισε τον ρόλο των βομβαρδισμών. Ακόμα και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ δήλωσε: « Η υπέρτατη προσπάθεια μας πρέπει να είναι να πετύχουμε συντριπτική κυριαρχία στον αέρα. Τα μαχητικά είναι οι σωτηρία μας, αλλά τα βομβαρδιστικά μπορούν να μας παρέχουν τα μέσα για τη νίκη». Καθώς ο πόλεμος εξελισσόταν, βομβαρδιστικά όπως το βρετανικό Lancaster μπήκαν στον πόλεμο αδειάζοντας τα τεράστια φορτία τους κατά κύματα σε ολόκληρες βιομηχανικές περιοχές. Παρόλο που η έλλειψη ακρίβειας αυτών των αποστολών προκάλεσαν καταστροφές σε μη στρατιωτικούς στόχους, οι Σύμμαχοι πίστευαν ότι ήταν αναπόφευκτη συνέπεια του πολέμου. Κάποιοι χρησιμοποίησαν σκόπιμα αυτή την τακτική, όπως ο Διοικητής Βομβαρδιστικών της RAF, Άρθουρ Χάρις. Σκόπευε μέσω των βομβαρδισμών να κλονίσει το ηθικό των Γερμανών πολιτών, αν και οι ενέργειες του έγιναν αντικείμενο διαμάχης μεταπολεμικά, καθώς κατηγορήθηκε για τρομοκρατία μέσω αυτών των επιχειρήσεων.


Στις αρχές του 1945, οι αξιωματούχοι των Συμμάχων συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν το σχέδιο “Thunderclap”, το οποίο προέβλεπε τον στρατηγικό βομβαρδισμό της Γερμανίας, με σκοπό να βοηθηθεί η προώθηση των Σοβιετικών δυνάμεων στα ανατολικά. Τα στρατεύματα του Κόκκινου Στρατού θα επωφελούνταν από τη σύγχυση που θα ακολουθούσε τον βομβαρδισμό των μεγάλων πόλεων της ανατολικής Γερμανίας καθώς θα δυσχεραινόταν η μετακίνηση γερμανικών ενισχύσεων από τη δύση προς το Ανατολικό Μέτωπο. Στις 27 Ιανουαρίου του 1945, καθώς η συμμαχική αντικατασκοπεία είχε πληροφορίες για την μετακίνηση περίπου 500,000 ανδρών, η διοίκηση της RAF έστειλε στον Τσόρτσιλ την πρόταση για τον βομβαρδισμό μεγάλων πόλεων όπως το Βερολίνο, η Δρέσδη και η Λειψία. Οι αποκρυπτογραφήσεις μηνυμάτων του κωδικού Enigma επιβεβαίωσαν τις κινήσεις των γερμανικών ενισχύσεων προς ανατολάς.

Οι προτεραιότητες της RAF ήταν οι εξής:
1)      Πόλεις με παραγωγή καυσίμων.
2)      Πόλεις που θεωρούνταν συγκοινωνιακοί κόμβοι και βιομηχανικά κέντρα.
3)      Πόλεις με εργοστάσια που παρήγαγαν άρματα μάχης, αυτόματα όπλα και κινητήρες αεροπλάνων.

Εν ολίγοις, τα επίσημα έγγραφα αλλά και οι συζητήσεις στη Συνδιάσκεψη της Γιάλτας κατέδειξαν ότι σκοπός των βομβαρδισμών ήταν να πληγούν οι γραμμές επικοινωνίας και στρατιωτικοί στόχοι, όχι να σκοτωθούν εκτοπισμένοι πολίτες.

Η Δρέσδη, πρωτεύουσα του κρατιδίου της Σαξονίας, πολιτιστικό κέντρο με διάσημα αξιοθέατα, όπως η Frauenkirche, ήταν γνωστή ως η Φλωρεντία του Έλβα. Ο πληθυσμός της πόλης είχε αυξηθεί εκείνη την περίοδο, λόγω των προσφύγων που κατέκλυσαν την πόλη καθώς οι Σοβιετικοί πλησίαζαν απ’ τα ανατολικά. Οι περισσότερες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πάνω από 650.000 κατοίκους πριν τους βομβαρδισμούς.


Οι επιθέσεις είχαν αρχικά προγραμματιστεί  να ξεκινήσουν με μια επιδρομή απ’ την αμερικανική 8η αεροπορική δύναμη, αλλά ο καιρός απέτρεψε την απογείωση βομβαρδιστικών. Τη νύχτα της 13ης προς 14η Φεβρουαρίου, 796 βρετανικά Lancaster και 9 Mosquitoes έριξαν 1478 τόνους εκρηκτικών και 1182 τόνους εμπρηστικών βομβών κατά το πρώτο κύμα και 800 τόνους στο δεύτερο. Οι εμπρηστικές βόμβες περιείχαν εύφλεκτες χημικές ουσίες, όπως μαγνήσιο, φώσφορο και πετρέλαιο. 3 ώρες αργότερα, 529 Lancasters έριξαν στην πόλη 1800 τόνους βομβών. Την επόμενη μέρα, 311 αμερικανικά βομβαρδιστικά Β-17 έριξαν 770 τόνους ενώ μαχητικά Mustang σφυροκοπούσαν αδιακρίτως τους δρόμους, για να προκαλέσουν μεγαλύτερες καταστροφές.


Πριν από εκείνη την ημέρα, συμμαχικά βομβαρδιστικά είχαν χτυπήσει τις σιδηροδρομικές γραμμές της πόλης δύο φορές (7 Οκτωβρίου 1944 και 16 Ιανουαρίου 1945). Μετά τις μαζικές επιθέσεις του Φεβρουαρίου, αμερικανικά βομβαρδιστικά έπληξαν ξανά την πόλη στις 2 Μαρτίου.


Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν από τους Συμμάχους οδήγησαν σε πλήρη καταστροφή των κτιρίων: τα ισχυρά εκρηκτικά πρώτα κατέστρεφαν τα ξύλινα κουφώματα, οι εμπρηστικές βόμβες έκαιγαν το ξύλο και τέλος τα υπόλοιπα εκρηκτικά εμπόδιζαν τις προσπάθειες πυρόσβεσης.  Τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά. 24,866 απ’ τα 28,410 σπίτια στο κέντρο της πόλης κατεδαφίστηκαν, ανάμεσα τους σχολεία, νοσοκομεία και εκκλησίες. Οι εκτιμήσεις για τους θανάτους κυμαίνονται από 25,000 μέχρι 60,000 άτομα, (σαφώς πολύ μικρότερος αριθμός από την εκδοχή των Ναζί). Η επίσημη γερμανική εκδοχή, η οποία δημοσιεύτηκε το 2010, μετά από 5 χρόνια ερευνών, από την Επιτροπή Ιστορικών Δρέσδης κάνει λόγο για 25,000 νεκρούς.


Οι θάνατοι των αμάχων χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλείο προπαγάνδας τόσο από τους Ναζί, για να αυξηθεί η απέχθεια της κοινής γνώμης κατά των Συμμάχων και να δυναμώσει η αντίσταση του γερμανικού λαού, όσο και από τους Σοβιετικούς, οι οποίοι στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, κατέκριναν τους βομβαρδισμούς ως ένδειξη της αγριότητας των Δυτικών, σε μια προσπάθεια να απομονώσουν τους Ανατολικογερμανούς από τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς. Ακόμα και ο Τσόρτσιλ, ο οποίος αρχικά ήταν υποστηρικτής των βομβαρδισμών των γερμανικών πόλεων, κατέκρινε την τακτική του Χάρις στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Παρ’ όλο που η Δρέσδη δεν γνώρισε περισσότερες επιθέσεις από άλλες γερμανικές πόλεις, οι ιδανικές καιρικές συνθήκες και η διαδεδομένη χρήση του ξύλου στα οικοδομήματα της πόλης έκαναν την καταστροφή ολοκληρωτική. Η έλλειψη αντιαεροπορικής κάλυψης συνέβαλλε εξίσου στην ισοπέδωση της πόλης.


Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Σαν σήμερα, 2 Φεβρουαρίου 1943

Οι Γερμανοί παραδίδονται στο Στάλινγκραντ
Μια μέρα σαν σήμερα πριν από 68 χρόνια θα πέσει η αυλαία σε μια από τις καθοριστικότερες συγκρούσεις (αν όχι η καθοριστικότερη) του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Η μάχη θα ξεκινήσει επίσημα στις 21 Αυγούστου του 1942 και θα λήξει στις 2 Φεβρουαρίου του 1943.Αντιμέτωποι θα βρεθούν ο Κόκκινος Στρατός με την Wermacht ενώ στη μάχη θα συμμετάσχουν και σύμμαχα των Γερμανών στρατεύματα, αυτά της Ιταλίας,της Ρουμανίας,της Ουγγαρίας καθώς και μια μικρή συμμετοχή των Κροατών με ένα τάγμα.
Οι Γερμανοί που τον χειμώνα του 1941-1942 είχαν για πρώτη φόρα γευτεί την ήττα από τον Κόκκινο Στράτο μερικά χιλιόμετρα έξω από την Μόσχα ήταν αποφασισμένοι να καταλάβουν το Στάλινγκραντ προκειμένου να ανοίξουν τον δρόμο για τα πετρέλαια του Καυκάσου και της Κασπίας θάλασσας που θα τους έλυνε ένα από τα πιο πάγια προβλήματα, αυτό της έλλειψης καύσιμων, ενώ την ίδια στιγμή θα τα στερούσε από τους αντιπάλους τους. Με την κατάληψη του Στάλινγκραντ οι Γερμανοί θα χώριζαν ότι είχε απομείνει από την ευρωπαϊκή Ε.Σ.Σ.Δ σε δύο τμήματα, θα ήταν σε θέση να υπερκεράσουν ανά πάσα στιγμή την Μόσχα, ενώ θα είχαν πετύχει μια σπουδαία ψυχολογική νίκη καταλαμβάνοντας την πόλη που έφερε το όνομα του ηγέτη της Ε.Σ.Σ.Δ, του Ιωσήφ Στάλιν που την ίδια στιγμή αποτελούσε τον άνθρωπο-σύμβολο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Έχοντας καταλάβει το Στάλινγκραντ και την ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου, ο Άξονας θα μπορούσε να υπερκεράσει και στη συνέχεια να καταλάβει την Μέση Ανατολή με τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα, κατέχοντας τα μεγαλύτερα αποθέματα μαύρου χρυσού παγκοσμίως, στρατηγικό πλεονέκτημα που θα έφερνε τους Ναζί μια ανάσα πριν την οριστική επικράτηση στον πόλεμο.
Οι Σοβιετικοί στρατιώτες και η ηγεσία τους είχαν διαφορετική άποψη από τους Γερμανούς και μάχονταν με απίστευτο πείσμα και ηρωισμό προκειμένου να καθυστερήσουν την γερμανική προέλαση προς το Στάλινγκραντ. Γνώριζαν πολύ καλά πως μετά από μια περίοδο καταστρεπτικών ηττών δεν υπήρχε πολυτέλεια για άλλες συμφορές και χαμένα εδάφη πόσο μάλλον με τίμημα την «Πόλη του αρχηγού» και την πλούσια σε πετρέλαια Κασπία.
Στις 21 Αυγούστου τα πρώτα τμήματα των Γερμανών φτάνουν έξω απο τις πύλες του Στάλινγκραντ. Όλα δείχνουν έναν ακόμη θρίαμβο για την Wermacht, ικανό να ξεκαθαρίσει οριστικά τις τύχες του πολέμου. Στην πόλη του Στάλινγκραντ που το μεγαλύτερο τμήμα της βομβαρδίστηκε και ισοπεδώθηκε από την Luftwaffe αμύνονταν η 62η Στρατιά υπό την διοίκηση του αντιστράτηγου Τσουίκωφ που χάρη στη σθεναρή αντίσταση της εξασφάλισε την παραμονή μέρους της πόλης στα σοβιετικά χέρια την στιγμή που στα τέλη Σεπτεμβρίου οι άντρες της 6ης Γερμανικής Στρατιάς κατείχαν το 90% της πόλης..Ο διοικητής της 6ης Στρατιάς στρατηγός Πάουλους πίστευε πως η πόλη είχε πλέον καταληφθεί και απέμενε μόνο η εκκαθάριση των τελευταίων εστιών αντίστασης μέσα στην πόλη.
Ο Στάλιν και η σοβιετική στρατιωτική ηγεσία (STAVKA) δεν θα επέτρεπαν για κανένα λόγο την πτώση του Στάλινγκραντ για αυτό και εξέδωσαν την οδηγία Νο 227 («Ούτε ένα βήμα πίσω. Ο Βόλγας έχει μόνο μια όχθη»). Επί δύο μήνες ο Τσουίκωφ και οι άντρες της 62ης στρατιάς θα δοκιμαστούν μαχόμενοι στα ερείπια της πόλης κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Οι Γερμανοί στρατιώτες αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι η κατάληψη του Στάλινγκραντ κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση επρόκειτο να είναι, ενώ οι απώλειες τους ολοένα και μεγαλώνουν. Η STAVKA θέτει σε εφαρμογή σχέδιο για αντεπίθεση από δύο κατευθύνσεις προκειμένου να σπάσουν τον κλοιό από τα δυτικά της πόλης και να παγιδεύσουν τα γερμανικά τμήματα που μάχονταν μέσα σε αυτή. Την επίθεση αναλαμβάνουν οι στρατηγοί Γκεόρκυ Ζούκωφ και Αλεξάντρ Βασιλιέφσκυ.
Στις 19 Νοεμβρίου του 1942 ο Κόκκινος Στρατός εξαπολύει την επίθεση του. Μέσα σε πέντε μέρες θα εξοντώσει 95.000 άντρες του εχθρού, θα αιχμαλωτίσει 72.000 και είχε απελευθερώσει 213 πόλεις και χωριά. Το κυριότερο που είχε πετυχει ήταν ο εγκλωβισμός 330.000 στρατιωτών του Άξονα μέσα στην πόλη του Στάλινγκραντ, μαζί και τον διοικητή της 6ης Στρατιάς στρατηγός Φον Πάουλους. Τους επόμενους τρείς μήνες οι στρατιώτες της 6ης στρατιάς θα πολεμάνε κάτω από άθλιες συνθήκες μέσα στην πόλη που οι ίδιοι κατέστρεψαν περιμένοντας τον απεγκλωβισμό τους από τις υπόλοιπες δυνάμεις της Wermacht. H αερογέφυρα που η Luftwaffe είχε στήσει στους αιθέρες της πόλης απέτυχε να αποδώσει στους εγκλωβισμένους τους 750 τόνους εφοδίων που χρειάζονταν καθημερινά προκειμένου να αποτελούν αξιόμαχη δύναμη. Την μοίρα της 6ης στρατιάς σφράγισε η αποτυχία της επίθεσης που
είχε εκδηλώσει ο στρατηγός Έριχ φον Μανστάιν προκειμένου να απεγκλωβίσει τους παγιδευμένους άντρες της Στρατιάς, καθώς και η καταστρεπτική εμμονή του Χίτλερ να μην εγκαταλείψει την πόλη.
Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την παράδοση του Πάουλους στους Σοβιετικούς στις 31 Ιανουαρίου του 1943.Παρόλα αυτά η 6η στρατιά θα παραδοθεί επίσημα στις 2 Φεβρουαρίου. Οι Σοβιετικοί συνέλαβαν 91.000 στρατιώτες του Άξονα. Μεταξύ αυτών αρκετοί Ιταλοί, Ρουμάνοι, Ούγγροι και Κροάτες. Άξιο να αναφερθεί είναι το γεγονός ότι οι Ιταλοί βρέθηκαν στο Στάλινγκραντ όχι με σκοπό να καταλάβουν την πόλη αλλά να εξασφαλίσουν...ξυλεία!
Η νίκη των Σοβιετικών στο Στάλινγκραντ σήμανε την αρχή του τέλους για το Γ’ Ράιχ που δέχτηκε το μεγαλύτερο ως τότε πλήγμα χάνοντας 850.000 άντρες. Απο την στιγμή εκείνη και μετά η Wermacht θα βρίσκεται σε άμυνα με εξαίρεση την μάχη στο Κουρσκ όπου θα δεχτεί το τελειωτικό χτύπημα. Από την στιγμή εκείνη και μετά ο σοβιετικός στρατός θα σταματούσε την προέλαση του μόνο όταν δύο χρόνια αργότερα θα κυμάτιζε την σημαία του πάνω από την Γερμανική Καγκελαρία.